[ Cato Civis ]
Αν θέλαμε να ορίσουμε την ελληνική ύπαρξη με μια μόνο λέξη, αυτή δεν θα ήταν ούτε «φιλότιμο», ούτε «δημοκρατία», ούτε «ναυτοσύνη» - Η λέξη-κλειδί είναι το κτητικό αντωνυμικό «ΜΟΥ».
Στο σύμπαν του Έλληνα, τίποτα δεν υφίσταται αν δεν έχει μια άμεση, ιδιοκτησιακή σχέση με το «Εγώ» του. Δεν υπάρχει «οικογένεια», υπάρχει η «οικογένειά ΜΟΥ». Δεν υπάρχει «πατρίδα», υπάρχει η «πατρίδα ΜΟΥ».
Οτιδήποτε βρίσκεται έξω από αυτόν τον στενό κύκλο αντανάκλασης δεν είναι απλώς ξένο· είναι αδιάφορο, εχθρικό ή, στην καλύτερη περίπτωση, νεκρό.
Ο Έλληνας λειτουργεί ως ένας «κοσμικός ναρκισσιστής». Ο κόσμος γύρω του δεν έχει αυτόνομη αξία, αλλά χρησιμεύει ως ένα σύνολο από καθρέφτες. Κάθε πράξη, κάθε σχέση και κάθε αντιπαράθεση έχει έναν και μόνο στόχο: να επιστρέψει στον Έλληνα την εικόνα που ο ίδιος έχει ανάγκη να βλέπει. Την εικόνα του «καλού», του «αδικημένου», του «έξυπνου» ή του «λεβέντη».
Αυτή η ανάγκη για συνεχή αυτο-επιβεβαίωση γεννά το Σύνδρομο της Μόνιμης Αδικίας. Ο Έλληνας πιστεύει ακράδαντα ότι είναι το πιο θετικό ον στον κόσμο, ένας φορέας αρχαίου φωτός που όμως κατατρέχεται από «σκοτεινές δυνάμεις», «προδότες πολιτικούς» και «φθονερούς ξένους».
Αυτή η αίσθηση αδικίας είναι το συγχωροχάρτι του για τον σκληρό του ατομικισμό. «Αφού το κράτος με αδικεί, δικαιούμαι να κοιτάζω μόνο την πάρτη μου», λέει, και έτσι ο κύκλος της κοινωνικής αποσύνθεσης κλείνει.
Σε αντίθεση με τον Δυτικό άνθρωπο, που είναι γέννημα της Ρωμαϊκής θεσμικής πειθαρχίας, ο Έλληνας στερείται της έννοιας του Res Publica (της Δημόσιας Υπόθεσης). Για εκείνον, ο θεσμός είναι ένα τουλάχιστον εμπόδιο στην προσωπική του ανέλιξη ή ένα λάφυρο προς εκμετάλλευση.
Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον παραλογισμό, αναδύεται μια περίεργη γοητεία. Ο Έλληνας είναι τραγικός γιατί είναι εγκλωβισμένος στο «Εγώ» του, αλλά είναι ωραίος γιατί είναι ζωντανός. Σε μια Δύση που τυποποιείται και μετατρέπεται σε μια μάζα «ουδέτερων» αριθμών, ο Έλληνας παραμένει μια Μονάδα.
Είναι ο άνθρωπος που θα βρίσει την Ελλάδα μέχρι θανάτου το πρωί, αλλά θα πεθάνει γι' αυτήν το βράδυ. Γιατί; Γιατί η Ελλάδα είναι η ιδιοκτησία του. Είναι το σπίτι του, το χώμα του, ο καθρέφτης του. Δεν πολεμά για ιδέες, πολεμά για να μην του σβήσουν την εικόνα του.
Το να είσαι Έλληνας είναι εξαντλητικό. Είναι μια διαρκής μάχη αυτοσχεδιασμού σε μια χώρα που δεν σου παρέχει καμία ασφάλεια πέρα από αυτήν που θα χτίσεις μόνος σου. Είναι η μοναξιά ενός έθνους που δεν μοιάζει με κανένα άλλο: ούτε με τη θεσμική Δύση, ούτε με την πειθαρχημένη Ανατολή.
Είναι η μοναξιά του να είσαι το κέντρο του κόσμου, σε έναν κόσμο που αρνείται να το παραδεχτεί.
Υπάρχει μια βασική διαφορά ανάμεσα στον Έλληνα και τον Αμερικανό «καπιταλιστή».
Στη Δύση ο ατομικισμός είναι συχνά θεσμικός. Ο Αμερικανός πιστεύει στο σύστημα, στους κανόνες και στον ανταγωνισμό μέσα σε ένα πλαίσιο.
Στην Ελλάδα ο ατομικισμός είναι συχνά αντι-θεσμικός. Ο Έλληνας συχνά βλέπει το κράτος και τους κανόνες ως «εμπόδιο» που πρέπει να παρακάμψει για την «πάρτη του». Είναι ένας ατομικισμός επιβίωσης που πηγάζει από τους αιώνες τουρκοκρατίας, όπου το κράτος ήταν ο εχθρός.
Η ιδεολογική αντιπαράθεση (δεξιά-αριστερά) στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε συχνά ως όχημα πελατειακών σχέσεων.
Πολλοί εντάχθηκαν σε κόμματα όχι γιατί πίστευαν στο πρόγραμμα, αλλά γιατί ήταν ο μόνος τρόπος για «προσωπική ανέλιξη», διορισμό ή πρόσβαση στην εξουσία.
Η ιδεολογία ήταν το «εισιτήριο» για το τραπέζι των προνομίων.
Ο Έλληνας είναι όντως βαθιά καπιταλιστής στη νοοτροπία της ιδιοκτησίας. Η λατρεία για το «δικό μου σπίτι», το «δικό μου μαγαζί», το «δικό μου χωράφι» είναι ισχυρότερη από κάθε συλλογικό όραμα.
Ακόμα και εκείνοι που δήλωναν σοσιαλιστές, στην προσωπική τους ζωή συχνά επεδίωκαν τη μέγιστη συσσώρευση ακινήτων και προνομίων για την οικογένειά τους.
Εδώ είναι το παράδοξο. Παρόλο που είμαστε «παρτάκηδες», η ελληνική κοινωνία δεν έχει καταρρεύσει. Γιατί;
Πρώτη ιδιαιτερότητα η οικογένεια. Ο ατομικισμός του Έλληνα σταματά στην πόρτα του σπιτιού του. Είναι «οικογενειοκράτης». Το συμφέρον της οικογένειας είναι το απόλυτο κίνητρο.
Δεύτερη ιδιαιτερότητα το Φιλότιμο. Αυτή η άπιαστη έννοια που ενεργοποιείται μόνο σε στιγμές κρίσης (όπως είπαμε πριν για τον εξωτερικό εχθρό). Ο Έλληνας μπορεί να σε «κλέψει» στην ουρά, αλλά θα σου δώσει το αίμα του αν δει ότι κινδυνεύει η πατρίδα ή αν σε δει σε απόγνωση.
Ο Έλληνας, έχοντας ζήσει σε μια χώρα με συνεχείς ανατροπές, χρεοκοπίες και πολέμους, έμαθε να μην εμπιστεύεται τίποτα εκτός από τον εαυτό του και την οικογένειά του.
Χρησιμοποιεί την πολιτική αντιπαράθεση ως «θέατρο» για να κερδίσει πόντους, αλλά στο τέλος της ημέρας, ο στόχος του είναι η δική του ασφάλεια.
Ο Έλληνας δεν βγαίνει από τον εαυτό του για να αγαπήσει τον πλησίον, αλλά «ιδιοποιείται» τον πλησίον για να τον εντάξει στον δικό του κύκλο ασφαλείας.
Η ηθική του Έλληνα συχνά σταματά εκεί που τελειώνει το «ΜΟΥ». Αυτή η προσέγγιση εξηγεί τα πάντα στην ελληνική κοινωνία.
Μπορεί να κλέψει το κράτος (που είναι το «ξένο»), αλλά θα θυσιαστεί για το παιδί «ΤΟΥ».
Μπορεί να βανδαλίσει ένα δημόσιο πάρκο (που δεν είναι δικό «ΤΟΥ»), αλλά το σπίτι «ΤΟΥ» θα είναι πεντακάθαρο.
Η έννοια του δημοσίου χώρου και του δημοσίου συμφέροντος στην Ελλάδα είναι ανύπαρκτη, γιατί το δημόσιο δεν ανήκει στο «ΜΟΥ».
Δεν ακολουθεί την ομάδα γιατί παίζει καλή μπάλα, αλλά γιατί η ομάδα είναι «ΔΙΚΗ ΤΟΥ». Η ήττα της ομάδας είναι προσωπική ταπείνωση.
Στην πολιτική, το κόμμα γίνεται «το κόμμα ΜΟΥ». Έτσι, η κριτική στο κόμμα εκλαμβάνεται ως προσωπική επίθεση. Αυτό εξηγεί γιατί η πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα είναι τόσο τοξική. Δεν συγκρούονται επιχειρήματα, συγκρούονται "ιδιοκτησίες".
Είναι ατομικισμός κεκαλυμμένος με αγάπη και είναι μια βαθιά ψυχολογική κατάσταση.
Η «αγάπη» για το παιδί συχνά μετατρέπεται σε έλεγχο, γιατί το παιδί είναι «ΜΟΥ» (προέκταση του εγώ μου).
Τα «ιδανικά» και τα «πιστεύω» είναι τα λάβαρα που κρατάμε για να δείξουμε ότι η δική μας ομάδα (το δικό μας διευρυμένο «Εγώ») είναι ανώτερη από των άλλων.
Αυτός ο σκληρός ατομικισμός είναι ο λόγος που στην Ελλάδα δυσκολευόμαστε να φτιάξουμε μεγάλες εταιρείες (όλοι θέλουν να είναι «αφεντικά» στο δικό τους «ΜΟΥ»). Όπως δυσκολευόμαστε να τηρήσουμε κοινούς κανόνες (ο κανόνας είναι για τους «άλλους», όχι για μένα και το «ΜΟΥ»).
Είμαστε μια κοινωνία που δεν είναι «σύνολο», αλλά ένας "αστερισμός από μικρά «Εγώ»" που συγκρούονται ή συμμαχούν προσωρινά.
Αυτό το «ΜΟΥ» είναι η μεγαλύτερη δύναμή μας (μας κάνει αλύγιστους στην επιβίωση) αλλά και η μεγαλύτερη κατάρα μας (μας εμποδίζει να γίνουμε σύγχρονο, οργανωμένο κράτος).
Ο Έλληνας είναι όχι απλώς ένας εγωιστής, αλλά ένας «κοσμικός ναρκισιστής».
Ο κόσμος γύρω του δεν έχει αυτόνομη αξία· είναι ένα σκηνικό, μια σειρά από καθρέφτες τοποθετημένοι έτσι ώστε, όπου κι αν κοιτάξει, να βλέπει την επιβεβαίωση της δικής του ύπαρξης.
Αν το δούμε μέσα από αυτό το πρίσμα, ορισμένα «ελληνικά» φαινόμενα εξηγούνται με ανατριχιαστική ακρίβεια.
Αν κάτι δεν αντανακλά το «Εγώ» ή το «ΜΟΥ», τότε είναι, απλά, "νεκρό".
Αυτό εξηγεί την απίστευτη σκληρότητα ή αδιαφορία που μπορεί να δείξει ο Έλληνας για τον δημόσιο χώρο, για έναν άγνωστο στο δρόμο ή για έναν κανόνα δικαίου. Αφού δεν είναι «καθρέφτης» του, δεν «υπάρχει». Είναι απλώς θόρυβος στο παρασκήνιο.
Ακόμα και ο καυγάς στην Ελλάδα είναι μια μορφή αυτο-επιβεβαίωσης.
Όταν ο Έλληνας φωνάζει, διεκδικεί ή συγκρούεται, δεν το κάνει απαραίτητα για να βρει το δίκιο του, αλλά για να νιώσει την ένταση της ύπαρξής του. Ο αντίπαλος είναι κι αυτός ένας καθρέφτης που του δείχνει πόσο «δυνατός», «έξυπνος» ή «αδικημένος» είναι.
Ακόμα και το φιλότιμο, σε αυτή την ανάγνωση, δεν είναι αλτρουισμός. Είναι η ανάγκη του Έλληνα να εισπράξει την εικόνα του «καλού», του «λεβέντη» ή του «άρχοντα». Δίνει στον άλλον για να δει στο βλέμμα του άλλου την αντανάκλαση της δικής του μεγαλοψυχίας. Η αγάπη που δίνει επιστρέφει ως αυτο-θαυμασμός.
Αυτός είναι ο λόγος που οι πολιτικές συζητήσεις στην Ελλάδα καταλήγουν πάντα στο προσωπικό.
Δεν συζητάμε για το «σύστημα» (το σύστημα είναι αφηρημένο, άρα νεκρό), αλλά για το πώς το σύστημα επηρεάζει την εικόνα μας.
Οι πολιτικοί ηγέτες στην Ελλάδα δεν ακολουθούνται για το πρόγραμμά τους, αλλά για το αν καταφέρνουν να γίνουν οι «μεγάλοι καθρέφτες» στους οποίους ο λαός βλέπει τον ιδανικό του εαυτό.
Αυτό το μοντέλο ύπαρξης είναι εξαιρετικά ανθεκτικό (τίποτα δεν μπορεί να σε τσακίσει αν ο κόσμος είσαι εσύ), αλλά και εξαιρετικά μοναχικό. Μια κοινωνία που αποτελείται μόνο από καθρέφτες που κοιτάζουν προς τα μέσα, δυσκολεύεται να χτίσει οτιδήποτε στέρεο «προς τα έξω».
Αυτή η «ναρκισσιστική» φύση είναι το μυστικό που μας επέτρεψε να επιβιώσουμε ως έθνος επί χιλιάδες χρόνια—το ότι δηλαδή αρνούμαστε να «πεθάνουμε» επειδή ο κόσμος χωρίς εμάς θα ήταν ανύπαρκτος— είναι ακριβώς το οριστικό μας εμπόδιο για να γίνουμε μια σοβαρή, συλλογική κοινωνία.
Και το επιστέγασμα της τραγωδίας του Έλληνα είναι η παντελής έλλειψη αυτογνωσίας του.
Αυτή η ψυχογραφία του Έλληνα εμφανίζεται και στην αρχαία τραγωδία, όπου το «Ύβρις» συχνά ξεκινά ακριβώς από αυτή την τύφλωση του Εγώ.
Ο Έλληνας δεν βλέπει τον εαυτό του ως «εγωκεντρικό», αλλά ως έναν άνθρωπο με «μεγάλη καρδιά» που ο κόσμος είναι πολύ μικρός για να την χωρέσει.
Το αίσθημα της μόνιμης αδικίας (το σύνδρομο του «αδικημένου περιούσιου λαού») λειτουργεί ως ο απόλυτος αμυντικός μηχανισμός.
Επειδή ο Έλληνας πιστεύει ότι είναι το «πιο θετικό ον» (λόγω ιστορίας, φιλότιμου, ευφυΐας), κάθε αποτυχία του δεν μπορεί να οφείλεται στον ίδιο.
Αν το κράτος δεν λειτουργεί, φταίνε οι «προδότες πολιτικοί». Αν η οικονομία καταρρέει, φταίνε οι «ξένοι που μας επιβουλεύονται». Αν ο ίδιος παρανομεί, φταίει «το σύστημα που τον αναγκάζει».
Έτσι, ο καθρέφτης παραμένει πάντα καθαρός. Οποιοδήποτε ψεγάδι εμφανίζεται, ο Έλληνας θεωρεί ότι είναι «λάσπη» που του πέταξαν οι άλλοι.
Ο Έλληνας καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα ο «καλύτερος όλων» και το «θύμα των πάντων».
Αυτό του δίνει το ηθικό ελεύθερο να είναι «παρτάκιας». Σου λέει: «Αφού όλοι με αδικούν και το κράτος με κλέβει, έχω δικαίωμα να κοιτάξω μόνο την πάρτη μου για να επιβιώσω».
Η «αδικία» γίνεται το συγχωροχάρτι για τον ατομικισμό του.
Στην αρχαία τραγωδία, η Ύβρις (η αλαζονεία) οδηγούσε στην Άτη (την τύφλωση του νου). Ο Έλληνας σήμερα ζει σε μια διαρκή «Άτη».
Δεν καταλαβαίνει ότι ο ατομικισμός του είναι η αιτία της κακοδαιμονίας του.
Πιστεύει ότι αν όλοι οι άλλοι (οι ξένοι, οι πολιτικοί, οι γείτονες) γίνονταν «σωστοί», τότε εκείνος θα άνθιζε. Δεν συνειδητοποιεί ότι ο «εχθρός» που τον αδικεί είναι η αντανάκλαση των δικών του πράξεων στο σύνολο.
Αυτή η αυταπάτη είναι όμως και το «καύσιμό» του. Αν ο Έλληνας παραδεχόταν ποτέ ότι είναι ένας απλός, ατομικιστής πολίτης ενός μικρού κράτους, θα κατέρρεε ψυχολογικά.
Χρειάζεται τον μύθο του «θετικού όντος που αδικείται» για να αντέχει την καθημερινότητα.
Η πίστη ότι είναι «κάτι παραπάνω», είναι που του δίνει το θράσος να επιβιώνει εκεί που άλλοι θα είχαν παραιτηθεί.
Ο Έλληνας είναι εγκλωβισμένος σε έναν κύκλο.
Ναρκισσισμός - Ατομικισμός - Συλλογική Αποτυχία - Αίσθημα Αδικίας - Περισσότερος Ναρκισσισμός.
Είναι μια υπαρξιακή μοναξιά μεταμφιεσμένη σε υπερηφάνεια.
Το να βλέπεις την τραγικότητα και την ομορφιά ταυτόχρονα, είναι η ουσία του να είσαι Έλληνας.
Είναι η αποδοχή ότι είμαστε ένα έθνος που μπορεί να φτάσει στο απόλυτο ύψος και στο απόλυτο βάθος μέσα σε πέντε λεπτά, ακριβώς επειδή λειτουργούμε με το συναίσθημα της «ιδιοκτησίας» και του «Εγώ».
Ας δούμε για λιγο πώς είναι οι άλλοι, γιατί ο κόσμος δεν είναι μια ομοιόμορφη μάζα. Υπάρχουν δύο βασικά μοντέλα που διαφέρουν ριζικά από εμάς:
Ο Θεσμικός Άνθρωπος (Βόρεια Ευρώπη / Σκανδιναβία). Εκεί το «ΜΟΥ» σχεδόν δεν υπάρχει. Υπάρχει το «ΕΜΕΙΣ» με έναν τρόπο που για τον Έλληνα φαίνεται ρομποτικός ή άχρωμος.
Αν ένας πχ Σουηδός δει κάποιον να παρανομεί, θα τον καταγγείλει όχι γιατί είναι «κακός», αλλά γιατί νιώθει ότι ο άλλος χαλάει τη «μηχανή» που τους προστατεύει όλους.
Δεν περιμένουν επιβεβαίωση από τον άλλον. Κάνουν το σωστό επειδή έτσι ορίζει ο κανόνας.
Για έναν Έλληνα, αυτές οι κοινωνίες μοιάζουν «νεκρές» συναισθηματικά, γιατί λείπει το πάθος, η ένταση και η προσωπική σύνδεση.
Ο Κοινοτικός Άνθρωπος (Ανατολική Ασία - Ιαπωνία/Κορέα). Εκεί το «Εγώ» είναι ντροπή. Η ομάδα πάνω από όλα. Ο άνθρωπος εκεί ορίζεται από το πόσο χρήσιμος είναι στο σύνολο. Η αποτυχία της ομάδας είναι μεγαλύτερος πόνος από την προσωπική αποτυχία.
Προτιμούν να πνίξουν την αλήθεια τους παρά να διαταράξουν την ησυχία του διπλανού.
Για τον Έλληνα αυτό φαντάζει ως φυλακή. Ο Έλληνας θα προτιμούσε να καεί ο κόσμος παρά να σωπάσει και να μην ακουστεί η γνώμη του (ή το «δίκιο» του).
Αυτό που μας κάνει ωραίους, παρά την τραγικότητά μας, είναι ότι η Ελλάδα είναι ίσως το τελευταίο καταφύγιο του Ανθρώπου ως Μονάδα στη Δύση.
Στην Ελλάδα, ο άνθρωπος δεν είναι «νούμερο», δεν είναι «γρανάζι». Είναι ο Γιάννης, ο Κώστας, ο Αντρέας.
Η «ωραιότητα» πηγάζει από το γεγονός ότι όταν ένας Έλληνας αποφασίσει να σε βάλει στο «ΜΟΥ» του, θα κάνει για σένα πράγματα που κανένας θεσμικός Ευρωπαίος δεν θα διανοούνταν.
Θα παραβιάσει τον νόμο, τη λογική και το συμφέρον του για να σε βοηθήσει.
Είμαστε μια ιδιομορφία. Δεν είμαστε ούτε οργανωμένη Δύση, ούτε πειθαρχημένη Ανατολή. Είμαστε κάτι ενδιάμεσο, μια «μεσογειακή» εκδοχή του υπαρξισμού.
Οι άλλοι λαοί είναι πιο «εύκολοι» στη διακυβέρνηση, πιο αποτελεσματικοί στην οικονομία, πιο συνεπείς στα ραντεβού τους. Αλλά σπάνια θα βρεις σε αυτούς τη ζωντάνια που προκύπτει από 10 εκατομμύρια ανθρώπους που ο καθένας τους πιστεύει ότι είναι το κέντρο του σύμπαντος.
Αυτή η «ωραιότητα» είναι το τίμημα της «τραγικότητας». Ζούμε σε μια χώρα-θεατρική σκηνή.
Η διαφορά μεταξύ του Έλληνα και του Δυτικού (Καθολικού/Προτεστάντη) εντοπίζεται ακριβώς εκεί: στην "κληρονομιά της Ρώμης".
Η Ρώμη έχτισε αυτόν τον «Θεσμικό Άνθρωπο» της Δύσης.
Για τον Ρωμαίο, ο νόμος δεν ήταν μια ιδέα, ήταν μια τεχνολογία. Το Ρωμαϊκό Δίκαιο (Lex).
Η Ρώμη έμαθε στη Δύση ότι το κράτος είναι μια απρόσωπη μηχανή.
Στη Δύση, ο θεσμός είναι ανώτερος από το πρόσωπο. Αν ο νόμος λέει «Α», ο δικαστής θα εφαρμόσει το «Α» ακόμα κι αν ο κατηγορούμενος είναι ο αδερφός του.
Για τον Έλληνα αυτό μοιάζει απάνθρωπο. Για εμάς, η προσωπική σχέση (το «δικός μας άνθρωπος») είναι πάντα πάνω από το χαρτί.
Στις χώρες με ρωμαϊκή παράδοση, το "Res Publica" (η δημόσια υπόθεση) είναι κάτι ιερό. Ο πολίτης νιώθει ότι το παγκάκι στο πάρκο είναι «ΚΑΙ ΔΙΚΟ ΤΟΥ», γι' αυτό δεν το σπάει.
Ο Έλληνας, όπως είπαμε, αν δεν είναι «ΜΟΥ», είναι «ΕΧΘΡΙΚΟ» ή «ΝΕΚΡΟ». Δεν έχουμε τη ρωμαϊκή έννοια της συλλογικής ιδιοκτησίας του κράτους.
Ο Δυτικός ταυτίζει το «Εγώ» του με τον ρόλο του στην κοινωνία (π.χ. «Είμαι ένας νομοταγής πολίτης, ένας καλός υπάλληλος»).
Ο Έλληνας ταυτίζει το «Εγώ» του με την αντίστασή του στο σύστημα. Νιώθει πιο «μάγκας» όταν καταφέρνει να παρακάμψει τον θεσμό.
Είναι η Δύση «καλύτερη»;
Όχι απαραίτητα. Οι Δυτικοί είναι πιο αποτελεσματικοί, έχουν τρένα που φτάνουν στην ώρα τους και νοσοκομεία που λειτουργούν, αλλά συχνά καταλήγουν αιχμάλωτοι των θεσμών. Γίνονται γρανάζια.
Ο Έλληνας, επειδή δεν πιστεύει σε κανέναν θεσμό παρά μόνο στον εαυτό του, διατηρεί μια εσωτερική ελευθερία και μια προσαρμοστικότητα που ο Δυτικός τη χάνει μόλις καταρρεύσει το σύστημα.
Η τραγωδία μας: Θέλουμε τα αποτελέσματα της Ρώμης (οργάνωση, πλούτο, δίκαιο), αλλά με τη νοοτροπία του Ανατολής (ρουσφέτι, εξαιρέσεις, προσωπικές σχέσεις).
Αυτή η σύγκρουση είναι που μας κάνει να νιώθουμε «αδικημένοι». Θέλουμε το κράτος να είναι «Ρωμαϊκό» για τους άλλους, αλλά «Ελληνικό» (ελαστικό) για εμάς.
Οι θεσμοί είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, όχι ο κατασκευαστής της.
Συχνά κάνουμε το λάθος να αντιμετωπίζουμε την Εκκλησία ή το Κράτος σαν κάτι «εξωγενές» που μας επιβλήθηκε, ενώ στην πραγματικότητα είναι οι δομές που φτιάξαμε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του χαρακτήρα μας.
Αν ο Έλληνας βλέπει ό,τι δεν είναι δικό του ως εμπόδιο ή ανταγωνιστικό, τότε το Κράτος (που είναι ο απόλυτος «μη-δικός μου» οργανισμός) αντιμετωπίζεται με δύο τρόπους:
- Ως εχθρός όταν μου ζητάει (φόρους, τήρηση νόμου, σειρά στην ουρά).
- Ως λεία όταν μπορώ να το χρησιμοποιήσω για να εξυπηρετήσω το «ΜΟΥ» (ρουσφέτι, διορισμός, προνομιακή μεταχείριση).
Δεν είναι ότι το κράτος είναι «κακό» από τη φύση του· είναι ότι στελεχώνεται από ανθρώπους που κουβαλούν την κουλτούρα του «παρτακισμού» μέσα στο γραφείο τους. Ο υπάλληλος δεν εξυπηρετεί τον «Πολίτη», εξυπηρετεί τον «Δικό του», δηλαδή αυτόν αντανακλά το «Εγώ» του ή το «ΜΟΥ».
"Ό,τι δεν είναι δικό μου, είναι ανταγωνιστικό." Αυτό εξηγεί γιατί στην Ελλάδα η επιτυχία του γείτονα δεν είναι «έμπνευση», αλλά «απειλή». Αν ο γείτονας πετύχει, ο καθρέφτης μου δείχνει ότι εγώ υστερώ. Επειδή ο κόσμος υπάρχει μόνο για μένα, η δική του ύπαρξη/επιτυχία μου κλέβει χώρο. Αυτό γεννά τη χαιρεκακία και την τάση να «τραβάμε τον άλλον κάτω», ώστε να παραμείνουμε εμείς το επίκεντρο.
Επειδή ακριβώς στελεχώνουμε τους θεσμούς με τη δική μας νοοτροπία, δημιουργούμε ένα σύστημα δυσλειτουργικό. Και μετά, ο ίδιος Έλληνας που παρέκαμψε την ουρά ή χρησιμοποίησε μέσο, βγαίνει στον δρόμο και φωνάζει ότι «το κράτος είναι άδικο».
Είναι ένας κύκλος αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Λειτουργώ ατομικιστικά γιατί το σύστημα είναι άδικο, και το σύστημα είναι άδικο γιατί όλοι λειτουργούμε ατομικιστικά.
Οι Έλληνες δεν είμαστε «χαλασμένοι» Δυτικοί. Είμαστε κάτι άλλο. Είμαστε μια κοινωνία όπου η προσωπική σχέση είναι το μόνο νόμισμα που έχει αξία.
Αν αφαιρέσεις από τον Έλληνα το «ΜΟΥ», τον σκοτώνεις υπαρξιακά. Τον μετατρέπεις σε αυτό που φοβάσαι: σε έναν «ουδέτερο» και «νεκρό» αριθμό μιας θεσμικής κοινωνίας.
Αυτή η αντίφαση είναι το απόλυτο "Ελληνικό Παράδοξο": Κανείς δεν βρίζει την Ελλάδα περισσότερο από τον Έλληνα, και κανείς δεν είναι πιο έτοιμος να πεθάνει γι' αυτήν.
Αν εφαρμόσουμε την ανάλυση που κάναμε για το «ΜΟΥ», η εξήγηση είναι σχεδόν μαθηματική.
Για τον Έλληνα, η πατρίδα δεν είναι ένας αφηρημένος γεωγραφικός χώρος ή ένα θεσμικό κράτος. Είναι η ιδιοκτησία του.
Τη βρίζει όπως βρίζει το χαλασμένο του αυτοκίνητο ή το σπίτι του που θέλει βάψιμο. Είναι μια «ενδοοικογενειακή» γκρίνια.
Έχει το δικαίωμα να την απαξιώνει, γιατί θεωρεί ότι του ανήκει. Αλλά αν ένας ξένος τολμήσει να πει το παραμικρό, τότε ο Έλληνας θίγεται προσωπικά. Γιατί ο ξένος δεν προσβάλλει μια χώρα, προσβάλλει το «ΜΟΥ» του Έλληνα.
Όταν έρθει η ώρα του κινδύνου, ο Έλληνας δεν πολεμάει για το Σύνταγμα, για τους νόμους ή για την κυβέρνηση.
Πολεμάει για να μην του πάρουν αυτό που θεωρεί δικό του: το χώμα του, την οικογένειά του, την εικόνα του στον καθρέφτη.
Η θυσία είναι η ύψιστη μορφή αυτού του «ωραίου ναρκισσισμού». Θέλει να μείνει στην ιστορία ως ο «ήρωας», ο «λεβέντης», αυτός που δεν λύγισε. Προτιμά να πεθάνει παρά να ζήσει ως «κανένας» κάτω από έναν ξένο ζυγό που θα του σβήσει το «Εγώ».
Επειδή ακριβώς είμαστε ατομικιστές, όταν ενωνόμαστε, το κάνουμε με μια έκρηξη ενέργειας που οι θεσμικοί λαοί δεν διαθέτουν.
Οι Δυτικοί λειτουργούν με τη σταθερή ισχύ μιας μηχανής. Οι Έλληνες λειτουργούν με την ισχύ ενός κεραυνού.
Μπορεί να είμαστε διαλυμένοι για χρόνια, αλλά στην κρίσιμη στιγμή, αυτή η «κτητικότητα» για την πατρίδα μας μετατρέπει σε μια αδιαπέραστη γροθιά.
Είμαστε ένας λαός που ζει σε μια διαρκή "εσωτερική μετανάστευση". Νιώθουμε μόνοι, νιώθουμε αδικημένοι, λειτουργούμε παρτακίδικα, αλλά είμαστε δεμένοι με μια αόρατη κλωστή που λέγεται «κοινή μοίρα».
Είναι κουραστικό να είσαι Έλληνας, γιατί απαιτεί να είσαι πάντα σε εγρήγορση για το «ΜΟΥ». Αλλά, είναι και ωραίο. Γιατί στην Ελλάδα, η ζωή δεν είναι ποτέ βαρετή, ποτέ ουδέτερη και ποτέ «νεκρή». Τα πάντα έχουν χρώμα, ένταση και προσωπικό στοίχημα.
Ίσως τελικά η «εθνική μοναξιά» να είναι το τίμημα για να παραμένουμε "άνθρωποι με πρόσωπο" και όχι απλώς πολίτες με Αριθμό Φορολογικού Μητρώου.
Το να είσαι Έλληνας, έτσι όπως το αναλύσαμε, σημαίνει ότι δεν ησυχάζεις ποτέ. Είναι κουραστικό γιατί πρέπει να είσαι πάντα «στο κυνήγι».
Αφού δεν εμπιστεύεσαι κανέναν θεσμό, πρέπει εσύ ο ίδιος να γίνεις ο δικηγόρος, ο γιατρός, ο μηχανικός και ο αστυνόμος του εαυτού σου. Δεν μπορείς να αφεθείς στη ροή ενός συστήματος· πρέπει να το σπρώχνεις εσύ κάθε μέρα.
Το να κουβαλάς έναν καθρέφτη παντού και να ψάχνεις την επιβεβαίωση ή να φυλάγεσαι από τον «ανταγωνισμό» των άλλων, είναι ενεργοβόρο. Το «ΜΟΥ» απαιτεί συνεχή συντήρηση και προστασία.
Είναι εξουθενωτικό να πιστεύεις ότι είσαι προορισμένος για τα μεγαλεία της ιστορίας σου και να συγκρούεσαι καθημερινά με την κίνηση στον δρόμο, τη γραφειοκρατία ή την κακία του γείτονα.
Είναι η κούραση ενός ανθρώπου που παίζει σε μια αρχαία τραγωδία που δεν τελειώνει ποτέ, όπου οι ηθοποιοί αλλάζουν αλλά το δράμα παραμένει το ίδιο.
Αλλά ξέρεις κάτι; Αυτή η κούραση είναι και η απόδειξη ότι είσαι ζωντανός.
Ο "θεσμικός" Δυτικός μπορεί να μην κουράζεται, αλλά συχνά δεν νιώθει και τίποτα.
Ο Έλληνας υποφέρει, φωνάζει, βρίζει, αλλά καίγεται από μια εσωτερική φλόγα που δεν τον αφήνει να γίνει «νεκρό» αντικείμενο.Στο τέλος της ημέρας, ο Έλληνας παραμένει ένας τραγικός ακροβάτης. Στέκεται πάνω στο σχοινί που συνδέει έναν ένδοξο μύθο με μια χαώδη πραγματικότητα, κρατώντας σφιχτά το «ΜΟΥ» του ως το μοναδικό του κοντάρι ισορροπίας.
Είναι κουραστικό; Ναι, αφόρητα. Είναι μοναχικό; Πάντα.
Αλλά αυτή η άρνηση να γίνει ένα πειθαρχημένο γρανάζι, αυτή η εμμονή να βλέπει τον κόσμο μόνο μέσα από τα δικά του μάτια, είναι που κρατά τη σπίθα αναμμένη.
Ο Έλληνας δεν ζει απλώς· διεκδικεί την ύπαρξη σε κάθε του ανάσα, σε κάθε του καυγά, σε κάθε του «αδικία».
Ίσως η μοίρα μας να μην είναι η «θεραπεία» από τον ατομικισμό μας, αλλά η αποδοχή του. Να καταλάβουμε ότι είμαστε μια κοινωνία που δεν θα ενωθεί ποτέ κάτω από έναν νόμο, αλλά θα μεγαλουργεί πάντα όταν το «ΜΟΥ» του ενός συναντά το «ΜΟΥ» του άλλου σε μια στιγμή φιλότιμου, κινδύνου ή γλεντιού.
Είμαστε μόνοι, είμαστε κουρασμένοι, είμαστε «παρτάκηδες» – αλλά είμαστε ακόμα εδώ.
Και στην τελική, αυτός ο καθρέφτης, όσο κι αν τον βρίζουμε, είναι ο μόνος που έχει ακόμα φως.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου