[ Cato Civis ]
Αν θέλαμε να ορίσουμε την ελληνική ύπαρξη με μια μόνο λέξη, αυτή δεν θα ήταν ούτε «φιλότιμο», ούτε «δημοκρατία», ούτε «ναυτοσύνη» - Η λέξη-κλειδί είναι το κτητικό αντωνυμικό «ΜΟΥ».
Στο σύμπαν του Έλληνα, τίποτα δεν υφίσταται αν δεν έχει μια άμεση, ιδιοκτησιακή σχέση με το «Εγώ» του. Δεν υπάρχει «οικογένεια», υπάρχει η «οικογένειά ΜΟΥ». Δεν υπάρχει «πατρίδα», υπάρχει η «πατρίδα ΜΟΥ».
Οτιδήποτε βρίσκεται έξω από αυτόν τον στενό κύκλο αντανάκλασης δεν είναι απλώς ξένο· είναι αδιάφορο, εχθρικό ή, στην καλύτερη περίπτωση, νεκρό.
Ο Έλληνας λειτουργεί ως ένας «κοσμικός ναρκισσιστής». Ο κόσμος γύρω του δεν έχει αυτόνομη αξία, αλλά χρησιμεύει ως ένα σύνολο από καθρέφτες. Κάθε πράξη, κάθε σχέση και κάθε αντιπαράθεση έχει έναν και μόνο στόχο: να επιστρέψει στον Έλληνα την εικόνα που ο ίδιος έχει ανάγκη να βλέπει. Την εικόνα του «καλού», του «αδικημένου», του «έξυπνου» ή του «λεβέντη».
Αυτή η ανάγκη για συνεχή αυτο-επιβεβαίωση γεννά το Σύνδρομο της Μόνιμης Αδικίας. Ο Έλληνας πιστεύει ακράδαντα ότι είναι το πιο θετικό ον στον κόσμο, ένας φορέας αρχαίου φωτός που όμως κατατρέχεται από «σκοτεινές δυνάμεις», «προδότες πολιτικούς» και «φθονερούς ξένους».
Αυτή η αίσθηση αδικίας είναι το συγχωροχάρτι του για τον σκληρό του ατομικισμό. «Αφού το κράτος με αδικεί, δικαιούμαι να κοιτάζω μόνο την πάρτη μου», λέει, και έτσι ο κύκλος της κοινωνικής αποσύνθεσης κλείνει.
Σε αντίθεση με τον Δυτικό άνθρωπο, που είναι γέννημα της Ρωμαϊκής θεσμικής πειθαρχίας, ο Έλληνας στερείται της έννοιας του Res Publica (της Δημόσιας Υπόθεσης). Για εκείνον, ο θεσμός είναι ένα τουλάχιστον εμπόδιο στην προσωπική του ανέλιξη ή ένα λάφυρο προς εκμετάλλευση.
