Πώς Μόσχα και Βερολίνο Χρησιμοποίησαν την Άγκυρα ως "Πολιορκητικό Κριό" στην Ανατολική Μεσόγειο - Το Γεωπολιτικό Παιχνίδι Ρωσίας-Γερμανίας-Τουρκίας και η Ελληνική Αντίσταση (2003-2023)
Η ενεργειακή σύγκλιση μεταξύ Ρωσίας, Γερμανίας και Τουρκίας από το 2003 και μετά αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές προκλήσεις για τη συνοχή της Δύσης, καθώς δημιούργησε ένα δίκτυο αγωγών που παράκαμπτε παραδοσιακές χώρες διέλευσης και αύξησε την εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό αέριο.
Οι Πυλώνες της Συνεργασίας ήταν, κατά πρώτον ο Γερμανικός Άξονας (Βορράς), όπου με την υποστήριξη του Γκέρχαρντ Σρέντερ και αργότερα της Άνγκελα Μέρκελ, η Γερμανία προώθησε τους αγωγούς Nord Stream 1 και 2. Στόχος ήταν η μετατροπή της Γερμανίας σε κεντρικό ενεργειακό κόμβο της Ευρώπης, παρακάμπτοντας την Ουκρανία και την Πολωνία.
Και κατά δεύτερον ο Τουρκικός Άξονας (Νότος), όπου η Τουρκία, μέσω έργων όπως ο Blue Stream (λειτουργία 2003) και αργότερα ο TurkStream (2020), ενίσχυσε τον ρόλο της ως «γέφυρας» μεταξύ Ρωσίας και Νότιας Ευρώπης. Αυτή η σχέση προσέφερε στην Άγκυρα στρατηγικό πλεονέκτημα και δυνατότητα άσκησης πίεσης στην Ε.Ε..
Η Ρωσία χρησιμοποίησε την ενέργεια ως γεωπολιτικό εργαλείο πίεσης, προκαλώντας κρίσεις τροφοδοσίας (π.χ. 2006, 2009) για να ελέγξει τις πολιτικές εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη.Οι αγωγοί σχεδιάστηκαν για να στερήσουν από την Ουκρανία τα έσοδα από τα τέλη διέλευσης και προς αποδυνάμωση της θωράκισης της έναντι της ρωσικής επιθετικότητας.
Το ζήτημα προκάλεσε έντονες τριβές μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας, καθώς η Ουάσιγκτον ορθά έβλεπε την εξάρτηση αυτή ως απειλή για την ασφάλεια του ΝΑΤΟ.
Η ενεργειακή διασύνδεση επέτρεψε στην Τουρκία να ακολουθεί μια πιο ανεξάρτητη και συχνά αντίθετη προς τα δυτικά συμφέροντα εξωτερική πολιτική παρά το γεγονός ότι είναι μέλος του ΝΑΤΟ.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 και οι εκρήξεις στους αγωγούς Nord Stream τερμάτισαν ουσιαστικά τον βόρειο άξονα της συμμαχίας.
Η Ευρώπη στράφηκε στην πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο με πρώτη εναλλακτική την προμήθεια αμερικανικού LNG, ενώ η Τουρκία ανεπιτυχώς συνεχίζει να επιχειρεί την αναβάθμισή της σε κόμβο, εκμεταλλευόμενη το κενό που άφησε η διακοπή των ροών προς την κεντρική Ευρώπη.
Οι διεθνείς αναλύσεις περιγράφουν αυτή τη σχέση ως ένα «ενεργειακό σύμπλεγμα ασφαλείας», όπου η αλληλεξάρτηση χρησιμοποιήθηκε από τη Μόσχα για να διαβρώσει τη δυτική ενότητα.
Η Γερμανία επιδίωξε να καταστεί ο κεντρικός ενεργειακός κόμβος (hub) της Ευρώπης με το ρωσικό αέριο. Κάτι ανάλογο που κάνει η Ελλάδα σήμερα στην Ανατολική Ευρώπη με το αμερικανικό LNG αντίστοιχα.
Σύμφωνα με το European Parliament, ο Nord Stream 2 σχεδιάστηκε για να στερήσει από την Ουκρανία έσοδα ύψους $2-3 δις ετησίως από τέλη διέλευσης. Αναλυτές του Royal Holloway υποστηρίζουν ότι η υπερβολική εξάρτηση περιόρισε την ικανότητα της Ε.Ε. να επιβάλει αποτελεσματικές κυρώσεις στη Ρωσία κατά τις περιόδους γεωπολιτικών κρίσεων. Κράτη της Κεντρικής Ευρώπης θεωρούσαν τον αγωγό ως «Δούρειο Ίππο» που υπονόμευε την περιφερειακή ασφάλεια.
Η Τουρκία χρησιμοποίησε τη σχέση με τη Ρωσία για να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία έναντι της Δύσης. Αν και η Τουρκία εισήγαγε το 44-45% του αερίου της από τη Ρωσία (2021), η συνεργασία στον TurkStream της επέτρεψε να ελέγχει τη ροή προς τα Βαλκάνια και τη Νότια Ευρώπη. Η κατασκευή του σταθμού Akkuyu από τη ρωσική Rosatom δημιούργησε μια νέα μορφή μακροχρόνιας εξάρτησης, που υπερβαίνει το φυσικό αέριο. Μετά το 2022, η Ρωσία πρότεινε τη δημιουργία ενός gas hub στην Τουρκία για να συνεχίσει να διοχετεύει αέριο στην Ευρώπη «καμουφλαρισμένο», παρακάμπτοντας τις κυρώσεις.
Το Carnegie Endowment επισημαίνει ότι η Ρωσία χρησιμοποίησε τις εξαγωγές ως «πολιτικό εργαλείο» για να επιτύχει ευνοϊκότερες στάσεις από το Βερολίνο και την Άγκυρα.
Η ενεργειακή σύγκλιση δημιούργησε ένα «τριγωνικό σχήμα ανταγωνισμού» μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και των εν λόγω συμμάχων, δυσκολεύοντας την κοινή δράση της Συμμαχίας στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διέκριναν πολύ νωρίς τον κίνδυνο μιας μόνιμης ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από τη Ρωσία, θεωρώντας ότι αυτό θα έδινε στον Πούτιν ένα «κουμπί θανάτου» για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Η αντίδραση των ΗΠΑ κινήθηκε σε τρία επίπεδα: Νομοθεσία-Κυρώσεις, Διπλωματική Πίεση και Εμπορική Ανταγωνιστικότητα. Η Ουάσιγκτον χρησιμοποίησε τη νομοθετική της ισχύ για να σταματήσει τα έργα, ειδικά τον Nord Stream 2.
- Νόμος PEESA (2019): Ο νόμος για την «Προστασία της Ενεργειακής Ασφάλειας της Ευρώπης» επέβαλε κυρώσεις σε πλοία που πόντιζαν σωλήνες για ρωσικούς αγωγούς. Αυτό ανάγκασε την ελβετική εταιρεία Allseas να αποχωρήσει άμεσα, καθυστερώντας το έργο για σχεδόν δύο χρόνια.
- Νόμος CAATSA: Χρησιμοποιήθηκε για να προειδοποιήσει ευρωπαϊκές εταιρείες (όπως η γερμανική Uniper και η γαλλική Engie) ότι η συμμετοχή τους σε ρωσικά ενεργειακά projects θα μπορούσε να τις αποκλείσει από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Οι ΗΠΑ δεν περιορίστηκαν μόνο στις απαγορεύσεις, αλλά πρότειναν μια εναλλακτική λύση: το Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο (LNG). Πίεσαν τη Γερμανία και άλλες χώρες να κατασκευάσουν τερματικούς σταθμούς επαναεριοποίησης (FSRUs). Το αμερικανικό LNG παρουσιάστηκε ως «αέριο ελευθερίας». Αν και αρχικά ήταν ακριβότερο από το ρωσικό αέριο των αγωγών.
Η Ουάσιγκτον προσπάθησε να αποσυνδέσει την Άγκυρα από τη Μόσχα προωθώντας εναλλακτικές πηγές. Με υποστήριξη του TANAP/TAP. Οι ΗΠΑ στήριξαν θερμά τη μεταφορά αερίου από το Αζερμπαϊτζάν, ώστε η Τουρκία να λειτουργεί ως δίαυλος για μη-ρωσικό αέριο προς την Ευρώπη. Με τον EastMed. Παρά τις παλινδρομήσεις, οι ΗΠΑ ενθάρρυναν τη συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ για να δημιουργηθεί ένας εναλλακτικός ενεργειακός άξονας που θα περιόριζε την επιρροή της ρωσο-τουρκικής σύγκλισης.
Η Σύγκρουση με τη Γερμανία ήταν ίσως η πιο δύσκολη πτυχή, καθώς η Ουάσιγκτον έφτασε στο σημείο να συγκρουστεί με τον στενότερο σύμμαχό της στην Ευρώπη.
Η Ουάσιγκτον (επί Τράμπ) υιοθέτησε μια ιδιαίτερα επιθετική ρητορική, κατηγορώντας τη Γερμανία ότι είναι «αιχμάλωτη της Ρωσίας», ενώ ταυτόχρονα ζητούσε από το ΝΑΤΟ περισσότερα κονδύλια για την άμυνα κατά της Μόσχας. Επί Μπάϊντεν αρχικά προσπάθησε να εξομαλύνει τις σχέσεις (άρση κυρώσεων το 2021) για να διασώσει τη συμμαχία με το Βερολίνο, αλλά η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δικαίωσε τελικά τις προειδοποιήσεις των προηγούμενων ετών, οδηγώντας στην οριστική ακύρωση του Nord Stream 2.
Οι ΗΠΑ έβλεπαν τη συμμαχία Ρωσίας-Γερμανίας-Τουρκίας ως μια «γεωπολιτική τανάλια» που θα μπορούσε να διασπάσει το ΝΑΤΟ.
Η καταστροφή των αγωγών Nord Stream το 2022 και η στροφή της Ευρώπης προς το αμερικανικό LNG σήμανε τη στρατηγική νίκη της Ουάσιγκτον σε αυτό το μέτωπο, αν και η Τουρκία παραμένει ένας «απρόβλεπτος παίκτης» που προσπαθεί ακόμα να ισορροπήσει ανάμεσα στους δύο κόσμους.
Η Ελλάδα και Κύπρος
Αν και δεν υπήρχε μια επίσημη, υπογεγραμμένη τριμερής συμφωνία για την Ανατολική Μεσόγειο, οι ενέργειες των τριών παικτών έδειχναν μια σαφή σύγκλιση συμφερόντων που πίεζε την Ελλάδα και την Κύπρο. Η Ρωσία παρείχε το όπλο (ενέργεια), η Γερμανία τη χρηματοδότηση και η Τουρκία τον «πολιορκητικό κριό» για να επιβληθούν τετελεσμένα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το Βερολίνο, υπό την ηγεσία της Μέρκελ, λειτουργούσε συχνά ως «διπλωματικός προστάτης» των τουρκικών θέσεων στην Ε.Ε. για δύο λόγους. Η Γερμανία ήθελε την Τουρκία σταθερή και συνεργάσιμη για να μην διαταραχθεί η ροή αερίου από τον νότο, αλλά και για να αποφευχθεί μια ένοπλη σύρραξη εντός του ΝΑΤΟ που θα κατέστρεφε τις εμπορικές της σχέσεις. Όσο η Ελλάδα και η Κύπρος παρέμεναν σε αντιπαράθεση με την Τουρκία, ο EastMed pipeline (που θα μετέφερε αέριο παρακάμπτοντας τη Ρωσία και την Τουρκία) παρέμενε μετέωρος. Αυτό βόλευε τη Γερμανία, που ήθελε όλη η ενέργεια να περνά από τους δικούς της αγωγούς (Nord Stream).
Η Μόσχα δεν ήθελε σε καμία περίπτωση τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου να φτάσουν στην Ευρώπη ως εναλλακτική λύση στο ρωσικό αέριο. Ενθαρρύνοντας τις τουρκικές διεκδικήσεις, η Ρωσία εξασφάλιζε ότι η περιοχή θα παραμείνει «γκρίζα ζώνη» και καμία εταιρεία (όπως η Exxon ή η Total) δεν θα επένδυε δισεκατομμύρια σε μια εμπόλεμη περιοχή. Ο Πούτιν πρότεινε στην Άγκυρα να γίνει ο μοναδικός κόμβος για όλο το αέριο της περιοχής (ρωσικό, αζέρικο και ίσως μεσογειακό), θέτοντας την Ελλάδα εκτός παιχνιδιού.
Η Τουρκία χρησιμοποίησε τη στήριξη της Ρωσίας (στρατιωτική/ενεργειακή) και την ανοχή της Γερμανίας (οικονομική) για να επιβάλει το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο. Στόχος να αναγκάσει την Ελλάδα σε μια συμφωνία τύπου «Helsinki» ή απευθείας μοιρασιά στην Ανατολική Μεσόγειο, ώστε τίποτα να μην κινείται χωρίς την άδεια της Άγκυρας.
Η στρατηγική της Τουρκίας είχε ως κεντρικό στόχο να καταστεί ο αδιαμφισβήτητος ενεργειακός κόμβος (hub) της περιοχής, ελέγχοντας τη ροή των κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου προς την Ευρώπη, γεγονός που ευθυγραμμιζόταν με συγκεκριμένα συμφέροντα της Ρωσίας και της Γερμανίας.
Η Τουρκία επεδίωξε να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο για να ανακτήσει τη θέση της ως περιφερειακή δύναμη που ελέγχει τις θαλάσσιες εμπορικές και ενεργειακές οδούς προς την Ευρώπη. Κύριος στόχος ήταν να αποτρέψει την εφαρμογή της UNCLOS (Δίκαιο της Θάλασσας) που ευνοεί την Ελλάδα και την Κύπρο, διατηρώντας το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου ως «αμφισβητούμενη ζώνη».
Η Τουρκία κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να εμποδίσει την εξαγωγή αερίου προς την Ευρώπη χωρίς αυτό να περνά από το έδαφός της. Ο αγωγός EastMed, που θα παράκαμπτε την Τουρκία, θεωρήθηκε από την Άγκυρα απειλή για το όραμά της να γίνει ο μοναδικός κόμβος. Το παράνομο μνημόνιο με τη Λιβύη (2019) ήταν η νομική επικάλυψη αυτής της προσπάθειας να ελεγχθεί η πρόσβαση στις ενεργειακές πηγές της Μεσογείου.
Η Μόσχα είδε στην Τουρκία έναν ιδανικό εταίρο. Μέσω του TurkStream, η Ρωσία εξασφάλισε ότι το αέριο της θα φτάνει στην Ευρώπη μέσω Τουρκίας, ενώ ταυτόχρονα στήριζε την τουρκική επιθετικότητα στη Μεσόγειο για να παραμένουν τα ελληνικά και κυπριακά κοιτάσματα «εγκλωβισμένα» λόγω αστάθειας.
Η ενεργειακή εξάρτηση της Τουρκίας από τη Ρωσία (45% του αερίου της το 2021 προερχόταν από την Gazprom) οδήγησε σε στενότερη πολιτική συνεργασία, παρά τις ιστορικές τους διαφορές. Οι ρωσικές ενεργειακές επενδύσεις στην Τουρκία υπολογίζονται αθροιστικά σε περίπου $11-12 δισεκατομμύρια (συν ξέχωρα $25-34 δις για την πυρηνική ενέργεια).
Ο Πούτιν πρότεινε επανειλημμένα στην Τουρκία να γίνει ο κεντρικός κόμβος (hub). Αν τα κοιτάσματα της Μεσογείου κατέληγαν σε τουρκικούς αγωγούς (τους οποίους ελέγχει η Ρωσία μέσω της τεχνολογίας και των συμφωνιών όπως ο TurkStream), τότε η Μόσχα θα διατηρούσε τον έλεγχο των τιμών στην Ευρώπη.
Στηρίζοντας την Τουρκία, η Ρωσία προκαλούσε ρήγμα στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε., εμποδίζοντας την Ελλάδα και την Κύπρο να αναπτυχθούν ως ανεξάρτητοι ενεργειακοί πόλοι.
Η Γερμανία είχε τεράστια οικονομικά συμφέροντα στην Τουρκία και επιδίωκε τη σταθερότητα για να προστατεύσει τις επενδύσεις της. Γερμανικές εταιρείες έχουν επενδύσει περίπου €25 δισεκατομμύρια στον ενεργειακό τομέα της Τουρκίας, απασχολώντας πάνω από 15.000 άτομα.
Η Γερμανία συχνά λειτουργούσε ως «ισορροπιστής», πιέζοντας για διάλογο και επίλυση των διαφορών στην Ανατολική Μεσόγειο βάσει του διεθνούς δικαίου, αλλά αποφεύγοντας τις αυστηρές κυρώσεις κατά της Τουρκίας. Για παράδειγμα, το 2021 το Βερολίνο αρνήθηκε να σταματήσει την πώληση υποβρυχίων τύπου 214 στην Τουρκία, παρά τις έντονες ελληνικές διαμαρτυρίες.
Όπως η Γερμανία ήθελε να γίνει ο κόμβος του βορρά (μέσω Nord Stream), έτσι και η Τουρκία επεδίωκε να γίνει ο κόμβος του νότου. Η Γερμανία έβλεπε σε αυτό μια ευκαιρία για φθηνή ενέργεια από πολλαπλές πηγές (Ρωσία, Κασπία, Μεσόγειο) που θα κατέληγε τελικά στη δική της βιομηχανία.
Στην πράξη, η Τουρκία παρουσιαζόταν ως ο εγγυητής ότι η ενέργεια της περιοχής δεν θα κατέληγε στην Ευρώπη μέσω «εχθρικών» προς τη Ρωσία ή τη Γερμανία οδών (όπως ο EastMed).
Η γερμανική πίεση για «συνεκμετάλλευση» ουσιαστικά ζητούσε από την Ελλάδα να παραιτηθεί από κυριαρχικά δικαιώματα υπέρ μιας «εμπορικής λύσης» που θα βόλευε τον άξονα Βερολίνου-Μόσχας-Άγκυρας.
Η Ρωσία και η Γερμανία δεν βασίστηκαν στην καλή θέληση της Άγκυρας, αλλά χρησιμοποίησαν μια στρατηγική «χρυσών δεσμών», εγκλωβίζοντας την Τουρκία σε ένα δίκτυο από το οποίο ήταν (και είναι) σχεδόν αδύνατο να αποδεσμευτεί χωρίς τεράστιο κόστος.
Δηλαδή, με δυο λόγια, η Τουρκία θα έκανε τη βρώμικη δουλειά στην ανατολική μεσόγειο και θα είχε σαφώς οικονομικά οφέλη, αλλά τη μερίδα του λέοντος θα κέρδιζαν οι Ρώσοι και οι Γερμανοί μέσω των ενεργειακών επενδύσεων με τις οποίες είχαν δεσμεύσει την Τουρκία.
Η Τουρκία θα αποκτούσε τον έλεγχο των πηγών και των οδών διέλευσης, μετατρέποντας τον εαυτό της σε απαραίτητο διαμεσολαβητή. Με τον έλεγχο των κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου, η Άγκυρα θα μείωνε το δικό της ενεργειακό κόστος και θα εισέπραττε τεράστια ποσά από τη μεταπώληση στην Ευρώπη.
Η Ρωσία μέσω των αγωγών (TurkStream) και των επενδύσεων στην Τουρκία, η Μόσχα θα μπορούσε να «ξεπλύνει» το ρωσικό αέριο ως «τουρκικό μείγμα» (Turkish Blend), παρακάμπτοντας τις κυρώσεις και διατηρώντας την Ευρώπη δέσμια της δικής της ενέργειας.
Η Γερμανία χρειαζόταν απελπισμένα φθηνό και σταθερό αέριο για τη γερμανική βιομηχανία. Η στήριξη ή η ανοχή στις τουρκικές διεκδικήσεις ήταν το τίμημα για να εξασφαλιστεί ότι η ενέργεια από τη Μεσόγειο και την Ανατολή θα έφτανε στο Βερολίνο μέσω των υφιστάμενων επενδύσεων των γερμανικών εταιρειών στην Τουρκία.
Η «Βρώμικη Δουλειά» και η Πίεση στην Ελλάδα
Η Τουρκία ανέλαβε τον ρόλο του ταραξία (aggressor) στην περιοχή, προκαλώντας κρίσεις (γεωτρήσεις, μνημόνια με Λιβύη) για να εξαναγκάσει την Ελλάδα σε μια συμφωνία «μοιρασιάς». Η Γερμανία, από την πλευρά της, χρησιμοποιούσε τη διπλωματική της ισχύ στην Ε.Ε. για να «φρενάρει» τις κυρώσεις κατά της Άγκυρας, προτείνοντας τον «διάλογο» ως μέσο για τη συνεκμετάλλευση, η οποία τελικά θα εξυπηρετούσε τον γερμανο-ρωσικό ενεργειακό σχεδιασμό.
Η Ρωσία: Ο «Πυρηνικός και Ενεργειακός Στραγγαλισμός». Η Μόσχα χρησιμοποίησε το μοντέλο της απόλυτης εξάρτησης υποδομών:
Το «Πυρηνικό Ενεχύριο» (Akkuyu): Όπως είδαμε, το Akkuyu δεν ανήκει στην Τουρκία, αλλά στη ρωσική Rosatom. Η Ρωσία κατέχει την ιδιοκτησία, την τεχνολογία και τα καύσιμα. Αν η Τουρκία «παρακούσει», η Μόσχα μπορεί θεωρητικά να «σβήσει τα φώτα» σε ένα τεράστιο ποσοστό της χώρας.
Μακροχρόνια Συμβόλαια (Take-or-Pay): Η Ρωσία επέβαλε συμβόλαια που υποχρέωναν την Τουρκία να πληρώνει το αέριο ακόμα κι αν δεν το κατανάλωνε. Αυτό την ανάγκαζε να προωθεί το ρωσικό αέριο στην εγχώρια αγορά της, εμποδίζοντας την είσοδο ανταγωνιστών.
Γεωπολιτική «Ομηρία»: Με τις επενδύσεις ύψους $25-34 δις, η Ρωσία έγινε ο μεγαλύτερος ξένος επενδυτής στην Τουρκία, αποκτώντας λόγο στις αποφάσεις της Άγκυρας για τη Συρία, τον Καύκασο και τη Μεσόγειο.
Η Γερμανία: Η «Οικονομική και Βιομηχανική Άγκυρα». Το Βερολίνο «έδεσε» την Τουρκία μέσω του χρήματος και της τεχνολογίας:
Τραπεζική Εξάρτηση: Οι γερμανικές τράπεζες (όπως η Deutsche Bank) ήταν οι βασικοί χρηματοδότες των τουρκικών ενεργειακών έργων. Χωρίς το γερμανικό κεφάλαιο, η τουρκική ενεργειακή αγορά θα κατέρρεε.
Τεχνολογικό Μονοπώλιο: Η Siemens και άλλες γερμανικές εταιρείες παρείχαν τους στροβίλους, τα δίκτυα και την τεχνογνωσία για τους αγωγούς και τα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας. Η Τουρκία έγινε ο «πελάτης» που δεν μπορεί να αλλάξει προμηθευτή.
Η Τελωνειακή Ένωση: Η Γερμανία, ως ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, χρησιμοποιούσε την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά ως «τυρί». Η Τουρκία έπρεπε να παίζει τον ρόλο του «φύλακα» των γερμανικών συμφερόντων για να διατηρεί την οικονομία της ζωντανή.
Με αυτές τις επενδύσεις, Ρωσία και Γερμανία δημιούργησαν μια τεχνητή σύγκλιση: Η Τουρκία έπρεπε να βρει κοιτάσματα στη Μεσόγειο για να ξεχρεώσει τις ρωσικές και γερμανικές επενδύσεις.
Αν τα έβρισκε, θα τα διοχέτευε μέσω των γερμανικών δικτύων και των ρωσικών αγωγών, κάνοντας τους «συμμάχους» της ακόμα πλουσιότερους.
Η «βρώμικη δουλειά» λοιπόν ήταν προδιαγεγραμμένη: Η Τουρκία θα συγκρουόταν με την Ελλάδα και την Κύπρο για να εξασφαλίσει τα κέρδη που θα κατέληγαν τελικά στις τσέπες των δανειστών και προμηθευτών της στο Βερολίνο και τη Μόσχα.
Γιατί απέτυχε αυτό το σενάριο;
Μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022, το σενάριο αυτό δέχθηκε ισχυρό πλήγμα. Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ στράφηκαν στο LNG και σε εναλλακτικές πηγές, ενώ η Ελλάδα αναβαθμίστηκε σε πύλη εισόδου (π.χ. Αλεξανδρούπολη) για το αμερικανικό αέριο, σπάζοντας την προσπάθεια του ρωσο-τουρκικού μονοπωλίου στην περιοχή.
Η Παρέμβαση των ΗΠΑ: Οι ΗΠΑ «πάγωσαν» τη γερμανική επιρροή και στήριξαν τα σχήματα 3+1 (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ + ΗΠΑ).
Η εισβολή του 2022 «ξεσκέπασε» την επικίνδυνη εξάρτηση της Γερμανίας από τη Ρωσία, καθιστώντας τις προηγούμενες πιέσεις προς την Ελλάδα πολιτικά μη βιώσιμες.
Σήμερα, η Ελλάδα έχει μετατραπεί από «πιεζόμενο μέρος» σε πύλη εισόδου του αμερικανικού LNG μέσω της Αλεξανδρούπολης (Gastrade), ακυρώνοντας στην πράξη τον σχεδιασμό για τον ρωσο-τουρκικό ενεργειακό στραγγαλισμό των Βαλκανίων.
Cato Civis
ΕΤΣΙ ΕΞΗΓΕΙΤΑΙ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΜΑ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΧΕΙ ΕΛΘΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΠΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ...
ΑπάντησηΔιαγραφή