Μεγάλη είναι η ικανοποίηση στην Άγκυρα μετά τις έντονες αντιδράσεις κομμάτων της ελληνικής αντιπολίτευσης απέναντι στην ανανέωση της ελληνογαλλικής αμυντικής συμφωνίας κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του CNN Turk, το οποίο δεν κρύβει την τουρκική ανακούφιση: «Τα κόμματα της ελληνικής Αριστεράς δεν θέλουν την αμυντική ομπρέλα της Γαλλίας και τη συνεργασία με το Ισραήλ».
Το τουρκικό τηλεοπτικό δίκτυο σημειώνει συγκεκριμένα ότι η συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης με τη Γαλλία και η ένταξη της Ελλάδας στην πυρηνική αμυντική ομπρέλα του Παρισιού προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις, κυρίως από τη Νέα Αριστερά, τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ. Τα τρία αυτά κόμματα κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι οδηγεί τη χώρα σε έναν «επικίνδυνο άξονα».
Το ίδιο φαινόμενο, όπως επισημαίνει το CNN Turk, είχε παρατηρηθεί και στη στρατηγική συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ, όπου τα κόμματα της αντιπολίτευσης είχαν κατηγορήσει την κυβέρνηση ότι κινείται «μαζί με τον ακροδεξιό Νετανιάχου».
Με αυτόν τον τρόπο, η ελληνική Αριστερά προσφέρει στην Τουρκία ένα ανέλπιστο δώρο: εσωτερική διάσπαση και πολιτική αμφισβήτηση σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Την ώρα που η Ελλάδα θωρακίζεται με μια αξιόπιστη ευρωπαϊκή αμυντική συμφωνία –που περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής και ενισχυμένο στρατιωτικό συντονισμό– κάποιοι στην αντιπολίτευση επιλέγουν να την πολεμήσουν με ιδεολογικά επιχειρήματα.
Η ελληνική Αριστερά εμφανίζεται για άλλη μια φορά να αντιτίθεται σε κρίσιμες αμυντικές πρωτοβουλίες που ενισχύουν την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας.
Την ώρα που η Ελλάδα ανανεώνει και εμβαθύνει τη στρατηγική της συμφωνία με τη Γαλλία, εξασφαλίζοντας μια αξιόπιστη ευρωπαϊκή αμυντική ομπρέλα, τα κόμματα της Αριστεράς εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις ή ανοιχτή αντίθεση.
Παράλληλα, η συνεργασία με το Ισραήλ στον τομέα της άμυνας και της τεχνολογίας αντιμετωπίζεται από την ίδια πλευρά ως «απαράδεκτη» ή «επικίνδυνη».
Η αμυντική συμφωνία Ελλάδας-Γαλλίας, που ανανεώθηκε πρόσφατα, δεν αποτελεί απλή διπλωματική κίνηση.
Περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής, ενισχυμένο συντονισμό σε επιχειρησιακό επίπεδο και αυτόματη ανανέωση, στέλνοντας σαφές μήνυμα αποτροπής σε όποιον απειλεί κυριαρχικά δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Γαλλία, ως μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης, προσφέρει στην Ελλάδα ένα πλαίσιο ασφάλειας που υπερβαίνει τις παραδοσιακές συμμαχίες και ενισχύει την ευρωπαϊκή διάσταση της άμυνας.
Η ανανέωση της ελληνογαλλικής συμφωνίας ενισχύει σημαντικά την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας απέναντι σε όποιον αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Γαλλία, με την ισχυρή της στρατιωτική παρουσία και τις ξεκάθαρες θέσεις της, προσφέρει στην Ελλάδα μια ομπρέλα ασφαλείας που συμπληρώνει τις παραδοσιακές συμμαχίες.
Αντί όμως να στηριχθεί αυτή η προσπάθεια, τα κόμματα της Αριστεράς προτιμούν να μιλούν για «επικίνδυνους άξονες» και να βάζουν ίσες αποστάσεις ή ακόμα και να υιοθετούν ρητορική που χαροποιεί την Άγκυρα.
Σε μια εποχή όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται ραγδαία, τέτοιες συμφωνίες θωρακίζουν τα εθνικά συμφέροντα χωρίς να εξαρτούν την ασφάλεια αποκλειστικά από υπερατλαντικούς παράγοντες.
Ωστόσο, τα κόμματα της Αριστεράς φαίνεται να προτάσσουν ιδεολογικές προτεραιότητες έναντι της εθνικής ασφάλειας.
Αντί να χαιρετίσουν την ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας απέναντι σε πραγματικές προκλήσεις, επικεντρώνονται σε επικρίσεις για «πυρηνική ομπρέλα», «εξοπλιστικά παζάρια» ή «εμπλοκή σε ξένες στρατηγικές».
Η ίδια λογική επαναλαμβάνεται και στη συνεργασία με το Ισραήλ, μια συνεργασία που έχει αποφέρει απτά οφέλη σε αεράμυνα, τεχνολογία και κοινές ασκήσεις.
Μια συνεργασία που έχει φέρει απτά αποτελέσματα σε τεχνολογίες αεράμυνας, εκπαίδευση, κοινές ασκήσεις και ανταλλαγή τεχνογνωσίας, αντιμετωπίζεται συχνά ως «συμμαχία με αμφιλεγόμενες δυνάμεις» ή ακόμη και ως κάτι που πρέπει να ανατραπεί.
Αυτή η στάση δεν είναι καινούργια.
Διατρέχει χρόνια και αποκαλύπτει μια βαθιά δυσπιστία απέναντι σε κάθε μορφή στρατιωτικής ενίσχυσης που δεν εμπίπτει σε παλαιότερα αντιιμπεριαλιστικά σχήματα.
Στην πράξη, όμως, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή υψηλού κινδύνου, όπου η αποτροπή βασίζεται στην ισχύ, τις συμμαχίες και την τεχνολογική υπεροχή.
Η άρνηση ή η υποβάθμιση εργαλείων όπως η γαλλική αμυντική συνεργασία και η συνεργασία με το Ισραήλ αφήνει τη χώρα πιο εκτεθειμένη, όχι πιο «ανεξάρτητη».
Η εθνική άμυνα δεν αποτελεί πεδίο ιδεολογικών πειραματισμών.
Είναι ζήτημα επιβίωσης και κυριαρχίας σε μια θάλασσα γεμάτη προκλήσεις.
Όταν τα κόμματα της Αριστεράς απορρίπτουν συστηματικά πρωτοβουλίες που ενισχύουν την αποτρεπτική ισχύ της Ελλάδας, ουσιαστικά αδυνατούν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες γεωπολιτικές πραγματικότητες.
Η χώρα χρειάζεται μια υπεύθυνη συναίνεση σε θέματα άμυνας, μακριά από δογματικές εμμονές που θέτουν σε δεύτερη μοίρα την ασφάλεια των συνόρων, των θαλασσών και του ελληνικού λαού.
Η ιστορία έχει δείξει ότι η αδυναμία και η απομόνωση δεν προστατεύουν.
Αντίθετα, οι ισχυρές συμμαχίες και η αποφασιστική θωράκιση είναι αυτές που διασφαλίζουν την ειρήνη μέσω αποτροπής.
Η Ελλάδα οφείλει να προχωρήσει με σιγουριά σε αυτόν τον δρόμο, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές αντιρρήσεις όποιων επιμένουν να βλέπουν εχθρούς εκεί που υπάρχουν ευκαιρίες για ενίσχυση της εθνικής ισχύος.
Αυτή η στάση της αριστεράς αποκαλύπτει μια παλιά αδυναμία: την προτεραιότητα ιδεολογικών σχημάτων έναντι της εθνικής ασφάλειας.
Σε μια περιοχή όπου οι προκλήσεις είναι καθημερινές, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να βλέπει εργαλεία αποτροπής ως «επικίνδυνες εμπλοκές».
Η εθνική άμυνα δεν είναι πεδίο για πολιτικούς πειραματισμούς. Είναι ζήτημα κυριαρχίας και επιβίωσης.
Και όταν τουρκικά μέσα ενημέρωσης πανηγυρίζουν για τις αντιδράσεις της ελληνικής Αριστεράς, αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Η χώρα χρειάζεται υπεύθυνη συναίνεση σε θέματα άμυνας, μακριά από δογματικές εμμονές που εξυπηρετούν –συνειδητά ή όχι– ξένες ατζέντες.
Η ιστορία έχει δείξει ότι η εσωτερική αδυναμία και η πολιτική διαίρεση σε εθνικά θέματα δεν ενισχύουν την ειρήνη.
Αντίθετα, η αποφασιστική θωράκιση και οι ισχυρές συμμαχίες είναι αυτές που διασφαλίζουν την ασφάλεια μέσω αποτροπής.
Η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει αυτόν τον δρόμο με σοβαρότητα, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές αντιρρήσεις όσων επιμένουν να βλέπουν απειλή εκεί που υπάρχει εθνικό συμφέρον.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου