Η Ισπανία του Σάντσεθ στο σταυροδρόμι των Πολυπολικών (Αν)Ισορροπιών

Cato Civis 

Στο επίκεντρο της αντιδυτικής πολιτικής της κυβέρνησης του Πέδρο Σάντσεθ είναι η οικοδόμηση ισχυρών δεσμών συνεργασίας με δυνάμεις όπως η Κίνα, η Τουρκία, το Ιράν και το Κατάρ

Η διεθνής παρουσία της Ισπανίας σήμερα αντανακλά μια συνειδητή προσπάθεια μετάβασης από τον παραδοσιακό ατλαντισμό σε μια πολυδιάστατη και αντιδυτική διπλωματία της Μαδρίτης.

Ο Πέδρο Σάντσεθ είναι επίσης ένας από τους πιο ισχυρούς ιδεολογικούς πολέμιους των πολιτικών του Ντόναλντ Τραμπ στην Ευρώπη, και η συμμετοχή αριστερών κομμάτων στην κυβέρνηση ενισχύει γενικά θέσεις μάλλον αντιδυτικές. 

Η εξωτερική πολιτική της Ισπανίας υπό την κυβέρνηση Σάντσεθ χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια στρατηγικής αυτονομίας, η οποία συχνά την φέρνει σε διαφοροποίηση από την παραδοσιακή γραμμή της Ουάσιγκτον, ειδικά σε περιόδους έντασης.

Η ηχηρή διαφοροποίηση της Ισπανίας στο ζήτημα της Γάζας και η αναγνώριση του Παλαιστινιακού κράτους δεν αποτελούν μόνο ιδεολογική τοποθέτηση υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και μια κίνηση ενίσχυσης της επιρροής της στον αραβικό κόσμο. 

Αυτή η διπλωματική επένδυση διευκολύνει τις στρατηγικές σχέσεις με χώρες όπως το Κατάρ, το οποίο λειτουργεί ως ο βασικός πυλώνας επενδύσεων και ενεργειακού εφοδιασμού για την ισπανική οικονομία, διασφαλίζοντας τη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια μέσω κεφαλαίων που εισρέουν σε κολοσσούς όπως η Iberdrola.

Η άρνηση της Μαδρίτης να επιτρέψει τη χρήση των αμερικανικών βάσεων για επιχειρήσεις κατά του Ιράν υπογραμμίζει την επιδίωξη για μια εξωτερική πολιτική που δεν ετεροπροσδιορίζεται από τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον. 

Η στάση αυτή συνδέεται άμεσα με τη σχέση της με το Κατάρ, τη Κίνα, τη Βενεζουέλα και την Τουρκία. 

Στην περίπτωση της Τουρκίας, η αναδεικνύει την επιθυμία της Μαδρίτης να διατηρεί σταθερούς συμμάχους στη Μεσόγειο που λειτουργούν ως γέφυρες μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μακριά από περιφερειακούς ανταγωνισμούς. 

Με την Άγκυρα, η σχέση έχει εξελιχθεί σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική σύμπραξη, μία ιδιαίτερα στενή στρατιωτική και οικονομική συνεργασία, χωρίς τις γεωπολιτικές τριβές που αντιμετωπίζουν άλλοι εταίροι στην Ανατολική Μεσόγειο. 

Αυτή η τάση για αυτονομία ολοκληρώνεται με τον αναπροσανατολισμό προς την Ασία. Με τη Ντόχα, ο δεσμός είναι πρωτίστως ενεργειακός και επενδυτικός, καθιστώντας το Κατάρ κρίσιμο στυλοβάτη της ισπανικής ενεργειακής ασφάλειας και της πράσινης μετάβασης.

Η Ισπανία αντιμετωπίζει πλέον την Κίνα όχι ως απειλή, αλλά ως ισότιμο τεχνολογικό εταίρο, επιδιώκοντας να προσελκύσει επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς όπως οι μπαταρίες και οι ημιαγωγοί. 

Προσεγγίζοντας χώρες που θεωρούνται στενοί εταίροι του Πεκίνου, η ισπανική διπλωματία επιχειρεί να δημιουργήσει ένα δικό της δίκτυο ασφαλείας και εμπορίου, προστατεύοντας την εγχώρια βιομηχανία από τις διακυμάνσεις των σινοαμερικανικών σχέσεων.

Σε τελική ανάλυση, η Ισπανία διαμορφώνει μια πολιτική που συσχετίζει την ιδεολογική προάσπιση της αυτοδιάθεσης με την ωφελιμιστική αναζήτηση νέων αγορών και ενεργειακών πηγών. 

Μέσα από αυτό το πρίσμα, οι θέσεις της για τη Γάζα, το Ιράν και τη Βενεζουέλα, καθώς και οι συμπράξεις της με το Κατάρ και την Τουρκία, αποτελούν μέρη του ίδιου σχεδιασμού: την καθιέρωση της Μαδρίτης ως ενός ανεξάρτητου πόλου σταθερότητας σε έναν όλο και πιο κατακερματισμένο κόσμο.

Αυτή η τάση για διεθνή ισορροπία ολοκληρώνεται με τη νέα στρατηγική για την Ασία-Ειρηνικό. Η Ισπανία, αναγνωρίζοντας την οικονομική και τεχνολογική υπεροχή της Κίνας, επιλέγει τη δέσμευση αντί της απομόνωσης. 

Προσεγγίζοντας χώρες που παραδοσιακά βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του Πεκίνου, όπως το Πακιστάν ή κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας, η Μαδρίτη δεν επιδιώκει τον ανταγωνισμό, αλλά τη δημιουργία εναλλακτικών διαύλων επικοινωνίας και εμπορίου. 

Η αναγνώριση της Κίνας ως ισότιμου εταίρου στην καινοτομία και η προάσπιση της πολιτικής της «Μίας Κίνας» αποδεικνύουν ότι η ισπανική διπλωματία κινείται στοχεύοντας στη διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων μέσα από ένα δίκτυο πολυσχιδών και συχνά αντίρροπων διεθνών σχέσεων.

Η ισπανική κυβέρνηση άσκησε έντονη κριτική στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα ενώ προχώρησε στην επίσημη αναγνώριση του κράτους της Παλαιστίνης, υποστηρίζοντας ότι η «λύση των δύο κρατών» είναι ο μόνος τρόπος για διαρκή ειρήνη.

Στη Λατινική Αμερική, η Ισπανία προκρίνει τον ρόλο του διαμεσολαβητή για την πολιτική ομαλότητα, αποφεύγοντας τις κυρώσεις που πλήττουν την οικονομική σταθερότητα. Η Μαδρίτη συχνά επιχειρεί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» μεταξύ ΕΕ και Βενεζουέλας, προκρίνοντας τον πολιτικό διάλογο αντί των σκληρών κυρώσεων με πρόσχημα πως μπορεί να επιδεινώσουν την ανθρωπιστική κρίση. 

Η στάση αυτή της Ισπανίας καθορίζεται πέραν από οικονομικά συμφέροντα και από ισχυρούς ιστορικούς και πολιτισμικούς δεσμούς με τη Λατινική Αμερική, ως αποτέλεσμα της πολυετούς ισπανικής αποικιοκρατίας.

Η Τουρκία αποτελεί έναν από τους στενότερους συμμάχους της Ισπανίας εκτός ΕΕ, με τις δύο χώρες να μοιράζονται κοινές ανησυχίες για τη Μεσόγειο. Η τελευταία Διακυβερνητική Σύνοδος πραγματοποιήθηκε στη Μαδρίτη τον Ιούνιο του 2024, ενώ ακολούθησαν επαφές στην Κωνσταντινούπολη τον Μάιο του 2025.

Σε αντίθεση με τη Γαλλία ή την Ελλάδα, η Ισπανία δεν έχει γεωπολιτικές τριβές με την Άγκυρα στην Ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που επιτρέπει μια εξαιρετικά σταθερή συνεργασία σε τομείς όπως η άμυνα και η οικονομία. Αλλά η Ισπανία παραβλέπει τον αναθεωρητισμό της Τουρκίας και την επιθετικότητα της απέναντι σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ. 

Το Κατάρ αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο επενδυτή από τον Κόλπο στην ισπανική οικονομία. Η συνεργασία είναι κρίσιμη για την προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), ειδικά μετά την απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό αέριο. Το Qatar Investment Authority (QIA) είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος της ενεργειακής εταιρείας Iberdrola (8,8%) και συμμετέχει ενεργά σε έργα πράσινης μετάβασης και υποδομών.

Η στάση της Ισπανίας, αν και η ίδια την περιγράφει ως «στρατηγική αυτονομία» και «προσήλωση στο διεθνές δίκαιο», εκλαμβάνεται από μέρος της Δύσης ως αποκλίνουσα ή ακόμη και αντιδυτική, γεγονός που συνεπάγεται μια σειρά από δυνητικές επιπτώσεις σε πολλαπλά επίπεδα.

Η πιο άμεση επίπτωση αφορά τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Η άρνηση χρήσης των βάσεων για το Ιράν και η κριτική προς το Ισραήλ έχουν ήδη προκαλέσει την αντίδραση της κυβέρνησης Τραμπ.

Η πρόσφατη ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν ανέδειξε την επιμονή της Ισπανίας σε μία αντιδυτική και αντισυμμαχική πολιτική. 

Υπάρχει ορατός κίνδυνος επιβολής δασμών σε ισπανικά προϊόντα (όπως το ελαιόλαδο, το κρασί και τα αυτοκίνητα) ως αντίποινα για τη διπλωματική στάση της Μαδρίτης.

Η Ισπανία ενδέχεται να χάσει την επιρροή της στη λήψη αποφάσεων της Συμμαχίας, με τις ΗΠΑ να προτιμούν πιο «πρόθυμους» συμμάχους για τη διαχείριση κρίσεων.

Η Μαδρίτη κινείται συχνά εκτός της κεντρικής γραμμής των Βρυξελλών, ειδικά σε θέματα που αφορούν την Κίνα και τη Μέση Ανατολή.

Αν η Ισπανία θεωρηθεί υπερβολικά προσκείμενη σε χώρες όπως το Κατάρ ή η Κίνα, μπορεί να χάσει την αξιοπιστία της ως διαμεσολαβητής μεταξύ ΕΕ και Λατινικής Αμερικής.

Κράτη μέλη με πιο παραδοσιακή ατλαντική προσέγγιση (π.χ. Γερμανία, Πολωνία) μπορεί να αντιμετωπίσουν την Ισπανία με καχυποψία, δυσκολεύοντας τη διαμόρφωση κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής.

Η επιλογή της Ισπανίας να βασίζεται σε κεφάλαια από το Κατάρ και την Κίνα δημιουργεί μια νέα μορφή εξάρτησης.

Αν οι σχέσεις με το Πεκίνο ή τη Ντόχα διαταραχθούν, η ισπανική οικονομία (ιδιαίτερα οι τομείς της ενέργειας και των υποδομών) θα βρεθεί εκτεθειμένη, καθώς θα έχει ήδη ψυχράνει τις σχέσεις της με τις παραδοσιακές δυτικές πηγές χρηματοδότησης.

Η χρήση κινεζικής τεχνολογίας σε κρίσιμα δίκτυα μπορεί να οδηγήσει σε αποκλεισμό της Ισπανίας από την ανταλλαγή απόρρητων πληροφοριών (intelligence sharing) με τους συμμάχους της.

Η εξωτερική πολιτική αποτελεί πεδίο έντονης αντιπαράθεσης στο εσωτερικό της χώρας.

Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι θέτει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια και τις ιστορικές συμμαχίες της χώρας για χάρη ιδεολογικών εμμονών, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει κοινωνική αναταραχή ή κυβερνητική αστάθεια.

Η Ισπανία ποντάρει σε έναν πολυπολικό κόσμο, ελπίζοντας ότι τα οφέλη από τις νέες συμμαχίες θα υπερκεράσουν το κόστος της ρήξης με την παραδοσιακή Δύση. Ωστόσο, το ρίσκο παραμένει υψηλό, καθώς η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί «στο κενό» αν η νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων αποδειχθεί πιο συγκρουσιακή από ό,τι υπολογίζει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου