Ο Θεσμικός διαχωρισμός Δικαστών και Εισαγγελέων - Εκλογή Εισαγγελέων από τους Πολίτες

Ένα από τα πιο βαθιά θεσμικά «αγκάθια» του ελληνικού συστήματος είναι η απαράδεκτη από κάθε άποψη σημερινή πραγματικότητα σχέσης δικαστών - εισαγγελέων

Στην Ελλάδα, οι δικαστές και οι εισαγγελείς ανήκουν στο ίδιο σώμα και έχουν την ίδια εκπαίδευση, ενώ είναι δυνατή η μετάταξη από το ένα σώμα στο άλλο.

Γιατί ο πλήρης διαχωρισμός θεωρείται από πολλούς «κλειδί»; Ο εισαγγελέας είναι ο διώκτης, ο «διάδικος» που εκπροσωπεί το κράτος. Ο δικαστής πρέπει να είναι ο αμερόληπτος τρίτος. Όταν ανήκουν στην ίδια «οικογένεια», υπάρχει ο κίνδυνος μιας ψυχολογικής και κυρίως θεσμικής εγγύτητας που μπορεί να βλάψει την αντικειμενικότητα της κρίσης.

Η Εισαγγελία είναι φύσει ιεραρχική (ο ανώτερος δίνει οδηγίες στον κατώτερο). Αντίθετα, ο δικαστής είναι εντελώς ελεύθερος στην κρίση του. Η ανάμειξη αυτών των δύο κουλτούρων συχνά προκαλεί σύγχυση.

Σε πολλές χώρες (π.χ. Ιταλία, Γαλλία), ο διαχωρισμός των «δύο καριερών» είναι πάγιο αίτημα ή πραγματικότητα, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο δικαστής δεν βλέπει τον εισαγγελέα ως «συνάδελφο», αλλά ως έναν ακόμη παράγοντα της δίκης.

Στο πλαίσιο του νέου δικαστικού χάρτη και των αλλαγών που προωθούνται, η συζήτηση για την αυτονομία της Εισαγγελίας και τον τρόπο που αυτή αλληλεπιδρά με την εκτελεστική εξουσία παραμένει ανοιχτή, ειδικά για υποθέσεις μεγάλου δημόσιου ενδιαφέροντος.

Η Συνταγματική Πραγματικότητα στην Ελλάδα

Οι εισαγγελείς είναι δικαστικοί λειτουργοί με την ίδια εκπαίδευση, μισθό και ισοβιότητα όπως οι δικαστές. Απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. Δεν μπορούν να παυθούν από την κυβέρνηση, παρά μόνο με απόφαση δικαστικού συμβουλίου. Το Σύνταγμα απαγορεύει ρητά στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς να συμμετέχουν στην κυβέρνηση. 

Σε πολλές άλλες χώρες (π.χ. ΗΠΑ, Γαλλία), οι εισαγγελείς υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, γεγονός που τους καθιστά μέρος της εκτελεστικής εξουσίας. Στην Ελλάδα, παρότι είναι ανεξάρτητοι, η φύση του έργου τους προκαλεί αμφιβολίες. Ο εισαγγελέας δεν «δικάζει», αλλά «διώκει». Αυτή η ενέργεια (η επιβολή του νόμου) προσομοιάζει στη λειτουργία του κράτους (εκτελεστική) και όχι στην ουδέτερη επίλυση διαφορών (δικαστική). Η Εισαγγελία είναι ιεραρχικά δομημένη (ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να δίνει γενικές οδηγίες), κάτι που θυμίζει τη δομή της δημόσιας διοίκησης. 

Στην επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση (Φεβρουάριος 2026), ένα από τα κεντρικά αιτήματα είναι η περαιτέρω ενίσχυση της ανεξαρτησίας των εισαγγελέων, ειδικά σε υποθέσεις που αφορούν πολιτικά πρόσωπα. Προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου για την ποινική ευθύνη υπουργών, ώστε οι τακτικοί δικαστές και εισαγγελείς να έχουν τον πρώτο λόγο και όχι η Βουλή (η οποία είναι κατεξοχήν πολιτικό σώμα).

Η ουσία του προβλήματος που χάσκει ανάμεσα στο «γράμμα του Συντάγματος» και την ωμή πραγματικότητα. Στην Ελλάδα, η συζήτηση για την «πολιτικοποίηση» των εισαγγελέων και τη μετατροπή τους σε άτυπο βραχίονα της εκτελεστικής εξουσίας είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.

Έχει παρατηρηθεί επανειλημμένα το φαινόμενο ανώτατοι δικαστικοί και εισαγγελείς, αμέσως μετά τη συνταξιοδότησή τους, να αναλαμβάνουν κυβερνητικές θέσεις (υπουργοί, γενικοί γραμματείς) ή θέσεις σε ανεξάρτητες αρχές. Αυτό δημιουργεί την εύλογη υποψία ότι «έχτιζαν γέφυρες» με την εκτελεστική εξουσία όσο ήταν εν ενεργεία.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επιλέγεται απευθείας από το Υπουργικό Συμβούλιο. Όταν αυτός έχει το δικαίωμα να δίνει παραγγελίες ή να αφαιρεί δικογραφίες από κατώτερους εισαγγελείς, η «γραμμή» της κυβέρνησης μπορεί να περάσει ευκολότερα στην πυραμίδα της εισαγγελίας.

Η κριτική εστιάζει συχνά στην ταχύτητα με την οποία ανοίγουν ή κλείνουν υποθέσεις που αφορούν πολιτικούς αντιπάλους ή φίλους της εκάστοτε κυβέρνησης. Το Syntagma Watch αναδεικνύει συχνά αυτόν τον κίνδυνο ως τη μεγαλύτερη απειλή για το Κράτος Δικαίου.

Αν δεχτούμε ότι είναι εκτελεστικό σκέλος, τότε η ανεξαρτησία τους είναι μια «ευγενής ψευδαίσθηση». 

Το πρόβλημα ξεκινάει πολύ πριν την αίθουσα του δικαστηρίου. Αν ο εισαγγελέας δεν ασκήσει δίωξη, ο δικαστής δεν θα δει ποτέ τον «ισχυρό» στο εδώλιο. Στην Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα, η εισαγγελική αδράνεια είναι το πρώτο και πιο αποτελεσματικό φίλτρο προστασίας της ελίτ.


Εκλεγμένος Εισαγγελέας - Λογοδοσία στην Κάλπη

Ο εισαγγελέας να μη διορίζεται από το «κλειστό κλάμπ»· να κερδίζει τη θέση του με την ψήφο σου.

Ο εκλεγμένος εισαγγελέας δεν θα χρωστάει τη θέση του στον Υπουργό, αλλά στους πολίτες της περιφέρειάς του. Αν αρνηθεί να διώξει έναν ισχυρό οικονομικό παράγοντα ή έναν διεφθαρμένο πολιτικό, ο λαός έχει το δικαίωμα να τον «μαυρίσει» στις επόμενες εκλογές. Έργο του η πάταξη της εγκληματικότητας και το έργο αυτό αξιολογείται από την κοινωνία.

Τέρμα στην Απροσωπία. Οι υποψήφιοι εισαγγελείς κατεβαίνουν με πρόγραμμα. Θα κυνηγήσουν το οικονομικό έγκλημα; Θα δώσουν προτεραιότητα στη βία κατά των γυναικών; Θα ελέγξουν την αστυνομική αυθαιρεσία;. Ο πολίτης ξέρει τι ψηφίζει και τι απαιτεί.

Η εκλογή εισαγγελέων  λειτουργεί ως ο πιο ισχυρός έλεγχος στην εξουσία. Ένας εισαγγελέας που θέλει να επανεκλεγεί έχει κάθε κίνητρο να φέρει στο φως σκάνδαλα της τοπικής ή κεντρικής ελίτ για να αποδείξει ότι κάνει τη δουλειά του.

Ο εκλεγμένος εισαγγελέας είναι διαρκώς εκτεθειμένος στον δημόσιο έλεγχο που αξιολογεί την καριέρα του και τον ανταγωνισμό των αντιπάλων του που θέλουν τη θέση του. 

Η κριτική λέει ότι ο εκλεγμένος εισαγγελέας μπορεί να γίνει «λαϊκιστής» ή να κυνηγάει μόνο ό,τι «πουλάει» στις κάμερες. Όμως, προτιμάμε έναν εισαγγελέα που φοβάται τον λαό, παρά έναν εισαγγελέα που υπηρετεί σιωπηλά το σύστημα. Αν είναι λαϊκιστής θα φάει τα μούτρα του στις αίθουσες των δικαστηρίων.

Η εκλογή εισαγγελέων από τους πολίτες είναι η μόνη κίνηση που σπάει την ιεραρχική αλυσίδα που συνδέει τη Δικαιοσύνη με την εκάστοτε κυβέρνηση. Μεταφέρει τη δύναμη από τα γραφεία των υπουργών στα χέρια των πολιτών.

Πιστεύετε ότι αν ένας εισαγγελέας στην Ελλάδα έπρεπε να πάρει 500.000 ψήφους για να βγει, θα τολμούσε να βάλει στο αρχείο δικογραφία για σκάνδαλο δισεκατομμυρίων;


Η ευρωπαϊκή ελίτ αποτελείται από αγίους;

Μετά την κρίση του 2008, στις ΗΠΑ είδαμε τραπεζίτες να οδηγούνται σε ομολογίες, κολοσσούς να πληρώνουν δισεκατομμύρια σε πρόστιμα και ισχυρούς (όπως ο Madoff ή ο Epstein αργότερα) να καταλήγουν στη φυλακή.

Στην ΕΕ, επικρατεί μια «εκκωφαντική ηθική». Αν κοιτάξει κανείς τις δίωξεις που έχουν ασκηθεί και τις καταδίκες, θα νομίσει ότι η ευρωπαϊκή ελίτ αποτελείται από αγίους.

Στις ΗΠΑ αν μια τράπεζα ή ένας ισχυρός παίκτης κάνει λάθος, οι εισαγγελείς (που συχνά κυνηγούν πολιτική καριέρα) θα τον κατασπαράξουν για να ανέβουν οι ίδιοι. Η δικαιοσύνη λειτουργεί ως τιμωρητικός μηχανισμός που δεν χαρίζεται, γιατί ο ανταγωνισμός των εξουσιών είναι ωμός.

Στην Αμερική, η δικαιοσύνη είναι όπλο. Στην Ευρώπη, είναι ασπίδα για τους ισχυρούς.

Στην ΕΕ και στην Ελλαδα υπερισχύει η Κουλτούρα της Συναλλαγής. Στην Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα, το «κλειστό κλάμπ» της πολιτικής, των τραπεζών και της δικαιοσύνης είναι ένα αδιαπέραστο πλέγμα. Οι ισχυροί δεν δικάζονται, γιατί οι δικαστές που θα τους έκριναν ανήκουν στην ίδια κοινωνική και πολιτική «κάστα» που τους προσέλαβε.


Γιατί στην ΕΕ «είναι όλοι έντιμοι»;

Στην ΕΕ, οι εισαγγελείς συχνά χρειάζονται την άδεια ή την «ανοχή» της πολιτικής και ουσιαστικά, κυρίως της ίδιας της οικονομικής εξουσίας, για να αγγίξουν έναν μεγάλο παίκτη. Στην Ελλάδα, οι ασυλίες και οι παραγραφές λειτουργούν ως πλυντήριο.

Όταν ένας εισαγγελέας ξέρει ότι η ανέλιξή του εξαρτάται από την πολιτική εξουσία (που με τη σειρά της χρηματοδοτείται από την οικονομική), δεν έχει κανένα κίνητρο να γίνει «ήρωας». Προτιμά τη σιωπή και τη μετάθεση της ευθύνης.

Συχνά στην ΕΕ ακούμε ότι η δίωξη μιας μεγάλης τράπεζας ή ενός ομίλου θα «διατάραζε την οικονομία». Αυτό είναι το τέλειο άλλοθι για την ατιμωρησία.


Γιατί η Κάλπη είναι το Μόνο Αντίδοτο στο «Κλειστό Κλάμπ»

Στην Ελλάδα, η Δικαιοσύνη σταματά πριν καν ξεκινήσει, γιατί το «φίλτρο» της εισαγγελίας είναι ρυθμισμένο να προστατεύει τους ισχυρούς. Όσο ο εισαγγελέας διορίζεται από την ιεραρχία που ελέγχει η κυβέρνηση και οι οικονομικά ισχυροί, θα παραμένει αόρατος. 

Η λύση είναι μία και ωμή: Ο Εισαγγελέας πρέπει να εκλέγεται απευθείας από τον λαό.

Όταν ο εισαγγελέας εκλέγεται, η εντολή των πολιτών γίνεται η μοναδική του εξουσία. Δεν χρωστάει τη θέση του στον Υπουργό, αλλά σε εσένα. Αν ένας εκλεγμένος εισαγγελέας τολμήσει να αρχειοθετήσει σκάνδαλο δισεκατομμυρίων ή να κάνει τα στραβά μάτια σε έναν ισχυρό τραπεζίτη, ξέρει ότι στις επόμενες εκλογές ο λαός θα τον στείλει σπίτι του. Ο φόβος της κάλπης είναι η μόνη εγγύηση ότι η δικογραφία θα φτάσει στο ακροατήριο.

Σήμερα, οι εισαγγελείς στην Ελλάδα είναι απρόσωποι γραφειοκράτες που κρύβονται πίσω από το κλειστό κλάμπ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων. 

Με την εκλογή, ο εισαγγελέας αποκτά πρόσωπο και πρόγραμμα. Ο πολίτης ξέρει ποιον ψηφίζει και για ποιο σκοπό: για να χτυπήσει τη διαφθορά, το οικονομικό έγκλημα ή την αυθαιρεσία της ελίτ.

Η εκλογή δημιουργεί έναν διαρκή ανταγωνισμό. Ο εισαγγελέας που θέλει να επανεκλεγεί (ή να ανέβει ψηλότερα) έχει κάθε κίνητρο να γίνει ο «τιμωρός» των ισχυρών, ακριβώς όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. Η σύγκρουση με την εκτελεστική εξουσία δεν είναι πια κίνδυνος για την καριέρα του, αλλά το «διαβατήριο» για την επόμενη θητεία του.

Δεν υποσχόμαστε αγγέλους. Υποσχόμαστε έκθεση. Σε αυτό που προτείνουμε, ο εισαγγελέας μπορεί να είναι φιλόδοξος ή κυνικός, αλλά η φιλοδοξία του τον αναγκάζει να υπηρετήσει τη λαϊκή εντολή για να επιβιώσει πολιτικά. 

Η αορατότητα τελειώνει εκεί που ξεκινά η ανάγκη για ψήφους. Η ελληνική Δικαιοσύνη παύει να είναι ασπίδα των ισχυρών και γίνεται όπλο του λαού.

Η εντολή των πολιτών είναι η μοναδική εξουσία που μπορεί να σπάσει τη συμπαιγνία της ελίτ. Τότε στην ΕΕ θα πάψουμε να έχουμε το ρεκόρ των «πιο έντιμων ισχυρών στον κόσμο», απλώς και μόνο επειδή κανείς σήμερα δεν τολμά να τους κοιτάξει στα μάτια.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου