Η Διάκριση μεταξύ Θεσμικής και Πολιτικής Ευθύνης - Η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ

Στον σύγχρονο πολιτικό διάλογο, η συζήτηση γύρω από την ευθύνη των κομμάτων για τις πράξεις των στελεχών τους αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα, καθώς τέμνει τα όρια της νομικής επιστήμης και της ιστορικής ανάλυσης

Η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, ως κόμματος εξουσίας με μακρά θητεία, προσφέρεται για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με το πού σταματά η ατομική υπαιτιότητα και πού ξεκινά η συλλογική ευθύνη ενός πολιτικού οργανισμού.

Από νομικής άποψης, η ευθύνη για παραβατικές συμπεριφορές παραμένει αυστηρά προσωπική. 

Σύμφωνα με το Άρθρο 29 του Συντάγματος, τα πολιτικά κόμματα αποτελούν θεσμούς που υπηρετούν τη δημοκρατία και διαθέτουν διακριτή νομική προσωπικότητα.

Ως εκ τούτου, ο θεσμός του κόμματος δεν μπορεί να ταυτιστεί ποινικά με τις παράνομες πράξεις μεμονωμένων μελών του. 

Οι δικαστικές αρχές κρίνουν φυσικά πρόσωπα και όχι ιδεολογικούς σχηματισμούς, διασφαλίζοντας ότι η παρανομία ενός στελέχους δεν ακυρώνει αυτόματα τη συνταγματική αποστολή ολόκληρου του πολιτικού φορέα.

Ενώ η νομική ασυλία του κόμματος ως συνόλου είναι δεδομένη, η πολιτική κριτική εστιάζει στη δημιουργία του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν ορισμένες συμπεριφορές. 

Στην ιστορική διαδρομή του ΠΑΣΟΚ, καταγράφεται μια σημαντική διάκριση.

Το κόμμα, ως οργανισμός, προώθησε μεγάλες μεταρρυθμίσεις και εκπροσώπησε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, διατηρώντας έναν ρόλο εγγυητή της σταθερότητας σε πολλές περιόδους της Μεταπολίτευσης.

Η κριτική που διατυπώνεται αφορά την επικράτηση μιας νοοτροπίας που συχνά ταύτιζε το κράτος με το κόμμα. 

Η «λαϊκή διαφθορά» και η αίσθηση μιας άτυπης κομματικής ασυλίας δεν αποδίδονται σε μεμονωμένα περιστατικά, αλλά στην ανοχή μηχανισμών που επέτρεψαν σε τέτοια φαινόμενα να ριζώσουν.

Η ευθύνη ενός κόμματος όπως το ΠΑΣΟΚ δεν έγκειται στην «ποινική συνυπευθυνότητα» για τις πράξεις κάθε μέλους του, αλλά στην ιστορική ευθύνη για τις αξίες και τις πρακτικές που καλλιεργήθηκαν στις βάσεις του. 

Η διάκριση αυτή επιτρέπει την αναγνώριση της θεσμικής προσφοράς του κόμματος, χωρίς όμως να παραβλέπεται η ανάγκη για αυτοκριτική σχετικά με το κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο που οδήγησε σε φαινόμενα σήψης στο παρελθόν.

Η κοινωνιολογική ανάλυση της πελατειακής σχέσης στην Ελλάδα αναδεικνύει πώς μια παραδοσιακή πρακτική εξελίχθηκε σε δομικό στοιχείο του κράτους, επηρεάζοντας μέχρι σήμερα τη δημόσια ζωή.

Η πελατειακή σχέση δεν είναι απλώς μια συναλλαγή, αλλά μια ασύμμετρη σχέση εξουσίας. 

Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του '80, παρατηρήθηκε μια ιστορική μεταβολή.

Η παραδοσιακή σχέση του «τοπικού βουλευτή-προστάτη» αντικαταστάθηκε από έναν μηχανισμό μαζικής ενσωμάτωσης. 

Το κράτος έγινε ο κύριος εργοδότης και πάροχος προνομίων, εκδημοκρατίζοντας ουσιαστικά τη διαφθορά, καθώς η πρόσβαση σε αυτή δεν ήταν πλέον προνόμιο λίγων αλλά «δικαίωμα» των πολλών.

Η κοινωνιολογία εξηγεί ότι η «λαϊκή διαφθορά» νομιμοποιήθηκε στη συνείδηση πολλών πολιτών (ηθική νομιμοποίηση) ως «κοινωνική δικαιοσύνη» ή «αποκατάσταση αδικιών» του παρελθόντος, οδηγώντας στην υποχώρηση της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος έναντι του ιδιωτικού οφέλους.

Οι δομές που παγιώθηκαν εκείνη την περίοδο αποτελούν τις ρίζες σύγχρονων παθογενειών.

Η υπονόμευση της αξιοκρατίας μέσω των κομματικών διορισμών δημιούργησε μια δημόσια διοίκηση χαμηλής αποτελεσματικότητας. 

Σήμερα, αυτό μεταφράζεται σε δυσλειτουργίες του κράτους (π.χ. στην υγεία ή τις υποδομές), καθώς οι δομές παραμένουν συχνά δέσμιες παλαιών νοοτροπιών.

Η διαφθορά ενδύθηκε τον μανδύα της κοινωνικής κατάκτησης φέρνοντας πλήρη σύγχυση μεταξύ των εννοιών της Δημοκρατίας και της Ασυδοσίας

Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια του «δικαιωματισμού» παραμορφώθηκε. 

Ενώ στη δημοκρατία το δικαίωμα συνδέεται με την ισονομία, στην πελατειακή περίοδο χρησιμοποιήθηκε για να νομιμοποιήσει την παραβίαση των κανόνων ως «λαϊκή απαίτηση».

Η ιδέα ότι «όλοι έχουν δικαίωμα στο κράτος» μεταφράστηκε συχνά σε δικαίωμα στην παράκαμψη της αξιοκρατίας. 

Η παρανομία (π.χ. ένας παράτυπος διορισμός ή μια πολεοδομική αυθαιρεσία) παρουσιάστηκε ως πράξη «κοινωνικής δικαιοσύνης» απέναντι στις παλιές ελίτ.

Η διαφθορά έπαψε να θεωρείται στίγμα. 

Αντιθέτως, η «εξυπηρέτηση» βαφτίστηκε «κοινωνική προσφορά» του κόμματος προς τον πολίτη, δημιουργώντας μια συλλογική ψευδαίσθηση ότι η σπατάλη δημόσιου χρήματος αποτελεί δημοκρατική παροχή.

Αυτή η νοοτροπία αποτελεί τη βασική αιτία που ακόμη και σήμερα, οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής κανόνων ή αξιολόγησης συναντά συχνά αντιδράσεις που επικαλούνται «κεκτημένα δικαιώματα». 

Η επικράτηση της πελατειακής λογικής οδήγησε στη διάρρηξη της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. 

Το σύγχρονο φαινόμενο της αποχής και της απαξίωσης της πολιτικής θεωρείται από πολλούς αναλυτές ως η κατάληξη της κρίσης του «πελατειακού κοινωνικού συμβολαίου» που κατέρρευσε με την οικονομική κρίση.

Η σπατάλη δημόσιων πόρων για τη διατήρηση των «πελατών» δημιούργησε ένα μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο στην κατανάλωση και τις επιδοτήσεις αντί για την παραγωγή, κάτι που η χώρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει ως δομικό πρόβλημα στην προσπάθεια εκσυγχρονισμού της.

Συμπερασματικά, η «νοοτροπία της ασυλίας» δεν ήταν μόνο πολιτική επιλογή αλλά κοινωνική διεργασία, η οποία μετέτρεψε το κράτος σε πεδίο διανομής λαφύρων, κληροδοτώντας στη σημερινή Ελλάδα την πρόκληση της οικοδόμησης ενός πραγματικά απρόσωπου και αξιοκρατικού κράτους δικαίου.

Cato Civis 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου